Αναρτήθηκε στις:10-01-20 11:04

Το… γλυκόζι, η μπανάνα και άλλα άγνωστα τρόφιμα!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Φίλες και φίλοι συνοδοιπόροι, ολόψυχα εύχομαι καλή χρονιά, με ακλόνητη υγεία, αστείρευτη αισιοδοξία και δύναμη! Κάθε ποθούμενο αγαθό για εσάς και τα αγαπημένα σας πρόσωπα!

Τελείωσαν λοιπόν οι γιορτές και τα οικογενειακά τραπεζώματα… Βέβαια, σήμερα οι παραδοσιακές τσιγαρίδες (κομματάκια χοιρινού κρέατος με λίπος) αλλά και η «αστική» γαλοπούλα εκδιώχθηκαν από ένα σωρό άλλα εδέσματα και γλυκίσματα: φιλέτο Μινιόν με σος Μαδέρα και πατάτες ντοφινουά, πανδαισία πράσινων λαχανικών με βινεγκρέτ φραγκοστάφυλου, και για το τέλος βελγικές πραλίνες και αλσατική πουτίγκα με δάκρυα πικρής σοκολάτας και βανίλια Μαδαγασκάρης…

Ελάτε μαζί μου…

Τι σχέση έχει η βάφλα με τον… πάφιλα;


Η πολυμελής και χαρούμενη οικογένεια κάθεται στα αναπαυτικά καθίσματα καφετέριας σε πόλη της Ηπείρου. Τρεις γενιές μαζί: γιαγιά, παιδιά, εγγόνια.

Έρχεται ο σερβιτόρος και παραγγέλνουν: καφέδες, χυμούς, γλυκά…

-Εσείς τι θα πάρετε; Ρωτάει τη συμπαθέστατη γιαγιά.

-Μία λιμουνάδα!

Σειρά ενός νεαρού να παραγγείλει.

-Εσύ τι θα πάρεις;

-Βάφλα με τυρί, απαντά αποφασιστικά ο πιτσιρικάς εγγονός.

Μόλις απομακρύνεται ο σερβιτόρος, η γιαγιά, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, ρωτάει χαμηλόφωνα την κόρη της:

-Να σι ρουτήσου, μουρ’ κουπέλα… Τι τουν θέλει τουν… πάφ’λα μι του τυρί τού πιδί;

Επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη «βάφλα», κατέφυγε στην πιο οικεία ακουστικά, που είναι ο πάφιλας, δηλ. ο τενεκές! Πάφιλα με τυρί λέμε το δοχείο όπου βάζουμε το τυρί φέτα.

Αυτή ήταν η αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο, μιας και πάντα μου προξενούσαν το ενδιαφέρον αλλά και με συγκινούσαν οι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν μια στερημένη ζωή, χωρίς να γευθούν τις σημερινές απολαύσεις. Μερικές από τις ιστορίες αυτές τις μεταφέρω με απόλυτο σεβασμό προς τα πρόσωπα που μου τις αφηγήθηκαν, χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης ή, πολύ περισσότερο, ειρωνείας των χρονομαρτύρων.

Ούντρα: η εξοικείωση με περίεργα τρόφιμα


Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι έτρωγαν «ό,τι έβγαζε το σπίτι τους», δηλ. ότι παρήγαν οι ίδιοι. Γαλακτοκομικά, αυγά, λαχανικά και φρούτα, όσπρια, αλεύρι, ελάχιστο ελαιόλαδο και σπανιότατα κρέας, αυτές ήταν οι πρώτες ύλες για το καθημερινό φαγητό τους.

Η πρώτη εξοικείωση με ξενικές γεύσεις, με τρόφιμα πρωτόγνωρα και πρωτόγευστα, έγινε μετά την Κατοχή, την περίοδο που διανεμόταν η ανθρωπιστική βοήθεια της UNRRA – Ούντρας, όπως τη λένε οι ηλικιωμένοι. Πρόκειται για τον Οργανισμό Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Relief and Rehabilitation Administration).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και τις τροφές που δοκίμαζαν για πρώτη φορά τις ενέτασσαν στο παραδοσιακό διατροφολόγιο:

«Ήφιρναν αλεύρι, κουνισέρβις, τυρί... Α! Κι γλυκόζι... Πούθι βγαίνει αυτό δεν ξέρου... Ήταν καλό αυτό... Έτρουγαμαν... Ήταν π’χτό, κόλλαγι πουλύ! Άμα κόλλαγι καταή στα σαΐσματα (στρώσεις, παραδοσιακά υφαντά χαλιά) αυτό τού γλυκόζι (!), δε ματάβγινι! Άμα πέραγι πουντίκι, θα πιάνουνταν ικεί! Τόση δύναμη είχι...».

«Αν θ’μάμι τ’ν Ούντρα; Πώς έκαμα κι δεν τ’ θ’μάμι (ασφαλώς και τη θυμάμαι). Μέραζαν (μοίραζαν) τρουφίματα… Κουνισέβρα δεν είχαμαν ματαειδεί στα μάτια μας... Έφαγαμαν κι απού άλουγα κριάσι! Ό,τι είχι του κάθι κράτους να δώκει κονσιρβικά... Μέχρι κι αυγά σκόνη μάς έδουκαν! Ήταν σκόνη... Του χτύπαγις μι νιρό κι γένουνταν αυγό! Τό ’βανις στου τ’γάνι κι γένουνταν σαν τ’ αυγά τα τσιακλατ’στά (χτυπητά, ομελέτα), όπους τ’ αυγό του κανουνικό, π’ του τσιακλατάμι... Τα τυριά π’ μας έδουνι η Ούντρα ήταν κίτιρνα, όπους είνι τα κασέρια, όχι τυρί άσπρου σαν του θ’κό μας (φέτα)... Τα τυριά ήταν χύμα... Όπους τά ’βγανι του ιργουστάσιου... Στρόγγυλα, σαν ψουμί... Κ’λούρα...Μας έδουναν κι σπουρέλιου... Α, ξαστόησα (ξέχασα)… Μας έδουναν κι κάτι άσπρου σα μέλι... Γλυκόζι τό ’λιγαν... Αυτό τού γλυκόζι μπόρ’γις (μπορούσες) να του φας σκέτου κι στου ψουμί κι να φκιάσεις κι χαλβά μ’ αλεύρι (παραδοσιακό γλύκισμα, αλευροχαλβάς, που κανονικά γίνεται με μέλι και καλαμποκίσιο αλεύρι)... Αυτό μέλι δεν ήταν... Απού πού το ’βγαναν ποιος ξέρει... Μας έδουναν κι ψάρι σουλουμό.. Τώρα τι ψάρι ήταν αυτό... Του ’φιρναν απόξου (απ’ το εξωτερικό), απούθε (από πού) δεν ξέρου...».

Τα δέματα για τους μαθητές


Σειρά έχει μια πληροφορήτρια (γενν. 1935) που θυμάται τη διανομή τροφίμων όταν ήταν παιδί: «Στα Γιάννινα μάς έδιναν κάθι δεκαπέντε μέρις τρόφιμα στο δημοτικό σχολείο, ατουμικά δέματα, που ‘χαν πράματα πουλλά! Κι είχαν κι σουκουλάτις… Κάναμαν μιγάλη χαρά για τ’ς σουκουλάτις! Κι γάλα σκόνη, άσπρη σκόνη… Κι ήταν γλυκούτσικη κι τ’ γλείφαμε όπους ήταν στα κουτάκια τα χάρτινα… Θ’μάμι αυτά τα δέματα είχαν μέσα σκόνη βυσσινάδα, σκόνη αυγό, κάτι σα γκοφρέτις… Όλα σι σκόνη! Μέχρι κι λιμουνάδα σκόνη! Αφού έρχουνταν απ’ τ’ν Αμερική, για να μη χαλάν’…

Μ’κροί, μεγάλοι, είχαμαν δελτίο! Δεν έπιρνις ό,τι ήθιλις, ότι θα σο ‘δωνι απ’ του δελτίου… Κι είδαμαν κι φαγώσιμα για πρώτη φουρά… Μαργαρίνη… Κονσέρβις π’ δεν τ’ς ξέραμαν, δεν ήταν προυπουλεμικά κουνσέρβις… Δεν είχι δει ου κόσμους τέτοια πράματα μέχρι που ‘ρθι η Ούντρα! Αλλά ήταν κι κάτι πράματα παράξινα, αλλόκουτα φαϊά, δεν τα ‘ξιραν ου κόσμους αυτά… Παράδειγμα, ένα αιματηρό λουκάνικο, με αίμα πηγμένο… Σι σιδερένιο κουτί… Κι πού να ηύρισκις τότι ντινεκέ… Δεν ηύρισκις ν’ αγουράσεις τίπουτα! Α! Κι κάτι τυριά… Να μην τα δει άνθρουπους! Δεν τρώγουνταν… Όταν λευτερώθ’καν τα Γιάννενα, βρήκαν τυριά κίτρινα, κασέρια, στα μπουντρούμια απ’ του κάστρου… Κι βρόμαγι ου τόπους άμα πέρναγις απού ‘κεί!

Να σ’ πω κι κάτι άλλο π’ θ’μήθ’κα… Κάπουτι είχι μαγειρέψει η μάνα μ’ μακαρόνια μι μαργαρίνη! Δεν είχαμαν ξαναφάει ούτι μακαρόνια, ούτι μαργαρίνη! Κι η γιαγιά μ’ έκανι ‘μιτό (εμετό)! Γιατί αυτή ήταν μαθ’μένη να τρώει βούτυρου στου χουριό, όχι μαργαρίνη…».

Φυσικά, η μαργαρίνη, οι πρώτες ύλες μαγειρικής σε σκόνη και πλήθος άλλων προϊόντων, όχι μόνο καθιερώθηκαν, αλλά πλέον έχουν κατακλύσει την αγορά, ο δε κόσμος τα θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της διατροφής του.

Είναι φαγώσιμα… τα γαριδάκια και η οδοντόκρεμα;


Μέσα της δεκαετίας του 1960 σε πόλη της Ηπείρου. Μια φτωχή οικογένεια στέλνει επιστολή σε αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση, ζητώντας να της στείλει κυριολεκτικά ό,τι προαιρείται.

Περνάει περίπου ένας μήνας και, ευτυχώς, φτάνει στο σπιτικό τους ένα δέμα. Το ανοίγουν με ανυπομονησία και…

Αφήνω την αγαπητή κυρία, εκπαιδευτικό, που ήταν παιδί αυτής της οικογένειας, να μας πει τι έγινε: «Ως παιδιά ζήσαμε πολλές στερήσεις, μας έλειπαν πολλά πράγματα, αλλά ταυτόχρονα ήταν πιο απλή και όμορφη η καθημερινότητά μας…

Μόλις ήρθε το δέμα, είχαμε μεγάλη αγωνία για να δούμε το περιεχόμενο, τι μας είχαν στείλει…

Βγάζουμε το περιτύλιγμα και μέσα υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί…

Τι εννοώ; Καταρχάς, υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα πολύ καλής ποιότητας, το οποίο η μητέρα μου αξιοποίησε φτιάχνοντας κάποια ρούχα, αλλά και σεντόνια…

Αλλά τι ήταν αυτό που δεν είχαμε ξαναδεί; Η οδοντόκρεμα και τα γαριδάκια!

Θυμάμαι ακόμα και γελάω… Κοίταζε ο ένας τον άλλο, προσπαθώντας να μαντέψει τι μπορεί να ήταν αυτά τα πράγματα…

Πρώτη η μητέρα μου έσπασε τη σιωπή, λέγοντας με μια διάθεση αυτοθυσίας: “Μην τα μαλάξιτι (αγγίξετε) αυτά! Αφήτι μι να δουκιμάσου να ιδού αν τρώουντι… Άμα είνι να πάθου κάνα κακό ιγώ, όχι ισείς…”.

Έτσι λοιπόν, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, δοκίμασε την οδοντόκρεμα για να δει αν είναι κάτι φαγώσιμο!

“Μπα, δεν τρώιτι αυτό…” είπε και την πέταξε.

Σειρά είχαν τα γαριδάκια, σε μια πολύ μεγάλη πλαστική σακούλα, όπως θυμάμαι.

Τρώει κανα-δυο η μητέρα μου και αναφωνεί: “Είναι αλυκή (έχουν πάρα πολύ αλάτι), σαν του μπακαλάρου! Θα τα ξαρμυρίσουμι για να τα φάμι…”.

Έτσι λοιπόν τα έβαλε σε μια λεκανίτσα με νερό για να φύγει η αρμύρα τους, το αποτέλεσμα όμως, όπως αντιλαμβάνεστε, ήταν να διαλυθούν τελείως τα γαριδάκια»!


«Έφαγα τ’ μπανάνα μι τ’ φλούδα!»


Τα χρόνια περνούσαν… Εκτός από την Ούντρα, οι Ηπειρώτισσες και οι Ηπειρώτες σταδιακά άρχισαν να μαθαίνουν κι ένα σωρό άλλα τρόφιμα. Αυτό έγινε όταν άρχισαν πλέον να ταξιδεύουν σε άλλα μέρη ή και στην πόλη (π.χ. οι υπηρέτριες που έπρεπε να μάθουν την αστική μαγειρική, οι στρατιώτες και οι φοιτητές που θα είχαν διαφορετικά φαγητά απ’ ό,τι στο χωριό τους), ακόμη περισσότερο όσοι παντρεύτηκαν σε άλλο μέρος της Ελλάδας ή έγιναν ναυτικοί ή μετανάστευσαν σε άλλες χώρες του πλανήτη.

Πολλά όμως από τα απολύτως αυτονόητα αγαθά σήμερα, συνέχιζαν να αποτελούν κάτι άγνωστο και απρόσιτο για την πλειονότητα του πληθυσμού.

Ας δούμε τι μου αφηγήθηκε ένας χρονομάρτυρας:

«Βασίλη, έχει γούστου αυτό π’ θα σ’ μουλουήσου…

Δούλευαν οι αδιρφές μ’ στ’ Γιρμανία τού 1970… Θα έρθουνταν μι τ’ αϊρουπλάνου στ’ Θισσαλουνίκη κι θα πάινα να τ’ς πιριλάβου (παραλάβω) για να τ’ς φέρου στου χουριό…

Του βράδυ πήγα στα Γιάννινα, έκατσα (έμεινα) σ’ ένα μπάρμπα μ’…

Οι ξαδέρφις μ’ μι πήγαν κι είδαμαν τουν καραγκιόζη (παράσταση θεάτρου σκιών) σι μία πλατεία, σιμά στ’ λίμνη…

Του προυί έφ’γα μι του λιφουρείου για τ’ Θισσαλουνίκη κι στ’ δίπλα τ’ θέση κάθουνταν μία κυρία, φαίνουνταν ιχούμινη (πλούσια)…

Τότι καπίν’ζαμαν στα λιφουρεία…

“Καπνίζεις;” μι ρώτ’σι.

“Καπνίζου” είπα ιγώ, αλλά είχα σέρτ’κα τσιγάρα, τα τελευταία (κάκιστης ποιότητας).

Αυτή είχι ΔΗΛΟΣ μι φίλτρου κι μο’ ‘δουκι τέτοιου τσιγάρου καλό κι ιμένα…

Κουντά μο’ ‘δουκι μια μπανάνα πρασινουπή. Δε ματάειδα τέτοιου φρούτου! Του πέρασα σαν αγγουράκι… κι δάγκουσα τ’ μπανάνα μαζί μ’ τ’ φλούδα!

Τ’ ματσιούλ’σα (μάσησα). Έφ’γι του φαΐ (ψίχα) απ’ τ’ μπανάνα κι έμ’νι η φλούδα στου στόμα, αλλά μο’ ‘ρχουνταν ντρουπή να τ’ φτύσου! Πήρα απόφαση κι τ’ν κατάπια τ’ φλούδα ακέρια (ολόκληρη), αλλά μ’ πιτάχ’καν τα μάτια!

Ένας άλλους π’ κάθουνταν δίπλα γκούρλουσι (γούρλωσε) τα μάτια κι μού ‘πε: “Δεν τρώιτι η φλούδα! Του ξιφλουδάν’ αυτό τού φρούτου!”. Κι του ‘πα ιγώ: “Έτσι μ’ αρέει ιμένα!”. Τουν έβαλα στου παγούρι (τον αποστόμωσα).

Η φλούδα ήταν σα βοϊδόγλωσσα, σα μπαλτούμι (δερμάτινη ζώνη για το σαμάρι), σα γουρνουπέτσι (σκληρή σαν δέρμα χοίρου)! Δεν κόβουνταν η φλούδα, αλλά είχα δόντια γιρά τότι (ήταν 30 ετών) κι τ’ν έκουψα!

Ντρουπιάσκ’κι η κυρία κι είπι: “Ιγώ φταίου… Έπριπι να σ’ τ’ δώκου ξιφλουδ’σμένη…”.

Εκειόν τον καιρό ιμείς δεν ήξιραμαν τέτοια πράματα… Σήμιρα τα πιδιά ξέρουν τ’ς μπανάνις απού τότι π’ πέφτουν απ’ τ’ μάνα τ΄ς (από τη στιγμή που γεννιούνται)…. Αλλά μπανάνις έχουμι κι στα χουριά μας… Πιράει ου μανάβ’ς μι τ’ αμάξι κι αγουράζεις ό,τι θέλ’ς…».

Κι αν νομίζετε ότι αγγίζει τα όρια της μυθοπλασίας η αφήγηση, επιτρέψτε μου να πω αυτό που μου υπενθύμισε προ ημερών λίαν αγαπητός συνομήλικος φίλος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 περίμενε τους θείους του απ’ τη Γερμανία για να του φέρουν σοκολάτες και μπανάνες, μιας και είχε απαγορευθεί η εισαγωγή τους, με στόχο τη στήριξη του εν λόγω φρούτου που παραγόταν από τότε στην Κρήτη.

«Πέτα τ’ μπράσκα απ’ τ’ν κουζίνα!»


Μπορεί σε πολλούς να φαίνεται απίστευτο, όμως μέχρι και πριν από μερικά χρόνια πολλά τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά δεν τα γνώριζαν ούτε εξ όψεως οι ηλικιωμένοι κάτοικοι των χωριών, αφού ήταν συνηθισμένοι να τρώνε καθημερινά τα ίδια φαγητά: τραχανά, πίτες, φασολάδα, φακή…

Φανταστείτε το σοκ ενός 85χρονου όταν αντίκρισε για πρώτη φορά… χταπόδι μέσα στον νεροχύτη!

Αφήνω τη συνομιλήτριά μου, να μας τα πει καλύτερα (γεννήθηκε στο χωριό αλλά μένει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Αθήνα, άρα έχει υιοθετήσει την αστική μαγειρική):

«Ήταν καλοκαίρι, τέλη της δεκαετίας του ’90, και είχα πάει στους δικούς μου. Μαζί με άλλα φαγώσιμα που τους πήρα, είχα αγοράσει κι ένα χταπόδι, φρέσκο μάλιστα, για να τους το μαγειρέψω με μακαρονάκι κοφτό. Είπα, είναι ένα φαγητό που δεν το έχουν ξαναφάει. Η απόφασή μου αυτή όμως είχε απρόβλεπτη τροπή…

Είχα βάλει το χταπόδι στον νεροχύτη για να το καθαρίσω, αλλά εν τω μεταξύ ήρθε μια γειτόνισσα και βγήκα έξω να τη χαιρετήσω…

Ο πατέρας μου έλειπε στο καφενείο. Μόλις ήρθε, εμείς καθόμασταν απέξω και μιλούσαμε ακόμα με τη γειτόνισσα. Ο πατέρας μου μπήκε αμέριμνος στην κουζίνα…

Σε λίγο άκουσα μια κραυγή απ’ την κουζίνα! Μπαίνω μέσα μου κι ο πατέρας μου ήταν σοκαρισμένος! Φώναζε: “Πώς μπήκι αυτήνη η μπράσκα (μεγάλος εδαφόβιος βάτραχος με αποκρουστική εμφάνιση) στ’ν κουζίνα;”. Του εξήγησα ήρεμα ότι δεν είναι μπράσκα, αλλά χταπόδι, είναι θαλασσινό, και μάλιστα πολύ νόστιμο.

Ο πατέρας μου ανένδοτος: “Πέτα τ’ μπράσκα απ’ τ’ν κουζίνα! Λώβιασι (μολύνθηκε) ου νιρουχύτ’ς… Ακούς ικεί να φάμι τέτοιου πράμα…”. Αφού είδα ότι δεν μπορούσα να τον μεταπείσω, με μεγάλη μου λύπη, πέταξα ένα ολόκληρο χταπόδι, και μάλιστα μεγάλο! Άλλο που δεν ήθελαν οι γάτες…

“Βράσι, κουπέλα μ’, λίγου τραχανά, να μουσκουβουλήσει του σπίτι…”, είπε ανακουφισμένος ο πατέρας μου.

Από τότε αποφάσισα κι εγώ να μην κάνω πειράματα και να μαγειρεύω μόνο παραδοσιακές συνταγές».

Δεν είναι η μόνη περίπτωση χωρικού που δεν ήξερε από ψάρια… Ας δώσουμε τον λόγο σε έναν 90χρονο πληροφορητή, εν ζωή σήμερα: «Απού ψάρια δεν ήξιραμαν τι είνι ιμείς στα ουρεινά…. Απού σαρδέλα, λαβράκια... Πώς τα λέν’… Όποιου ψάρι κι να πιάσεις (αναφέρεις), μέσα θα είσι…

Απού ψάρι ήξιραμαν μαναχά τού μπακαλάρου. Ιμείς κάνα ψάρι πουταμίσιου αν έτρουγαμαν… Άλλου ψάρι δεν ήγλιπαμαν (βλέπαμε) στα μάτια μας, πουτέ! Τώρα τρώμι κι ιμείς ψάρια φρέσκα, απ’ τ’ θάλασσα… Βρίσκ’ς ό,τι θέλ’ς σήμιρα…».


«Έλα να ιδείς μία θηρία καρύδα!»


Πάμπολλες οι ιστορίες που αφορούν τις εμπειρίες των ανθρώπων του χωριού όταν δοκιμάζουν ή βλέπουν για πρώτη φορά ένα περίεργο τρόφιμο ή φαγητό. Ενδεικτικά αναφέρω το ροκφόρ («Καλά, ζουρλοί είνι; Αγουράζουν σαχνιασμένου τυρί κι του τρών’;!! Δηλ. μουχλιασμένο), τις αποφλοιωμένες γαρίδες («Μας ήφιρι ου αν’ψιός μ’ κάτι σαν κουπρουσκούληκα, μαειριμένα μι ντουμάτα, αλλά μας ήρθι αναγούλα, δεν τα μάλαξαμαν ιμείς…», δηλ. δεν τα ακουμπήσαμε καν), τη μπεσαμέλ και το παστίτσιο («Αυτό πώς του λέν’… Είνι σα μακαρουνόπ’τα, αλλά χουντρή, πέντι δάχ’λα χόντρου, έχει κι κιμά, κι απουπάνου τ’ς βάνουν κι κάτι σα γαλουκουρκούτη κι πήζει αυτό, γένιτι κρούσταλλου…»).

Είχα επισκεφθεί πρόσφατα μια 95χρονη, η οποία είναι πραγματικά πολύτιμη χρονομάρτυρας, με απίστευτη πνευματική διαύγεια, αλλά και συγκινητική προθυμία να μιλήσει για τη ζωή πριν από δεκαετίες.

Η συζήτηση αφορούσε διάφορα θέματα, αλλά κάποια στιγμή έφτασε και στη διατροφή. Την άκουγα αποσβολωμένος να μου μιλάει για την πείνα που έζησε όχι μόνο στην παιδική και νεανική ηλικία, αλλά μέχρις ότου έφτασε σχεδόν τα πενήντα της χρόνια.

Συνηθισμένη να τρώει μόνο ό,τι και «τα παλιά τα χρόνια», εξέφρασε την απορία της για ένα σωρό τρόφιμα που πλέον έχουν κατακλύσει το εμπόριο (τα περισσότερα τα βλέπει ως διαφημίσεις στην τηλεόραση).

Κάποια στιγμή, μου λέει:

-Μ’ φέρουν κι τα πιδιά μ’ ένα σουρό πράματα κι ιγώ δεν ξέρου τι είνι… Αυτές τ’ς μέρις ήρθι η αγγουνιά μ’ κι κάτι μού ‘φιρι… Ένα αλλόκουτου πράμα! Μι πήρι κι τηλέφουνου, καληώρα τ’ς, κι μι ρώτ’σι: «Γιαγιά, σ’ άρισι η καρύδα;»

«Καλή ήταν, ψυχή μου! Να ‘σι καλά!».

-Ω Βασίλη, στέκα (στάσου) να σ’ τ’ φέρου, να τ’ν ιδείς κι ισύ αυτήνη τ’ν καρύδα...

Πηγαίνει στην κουζίνα, κάτι κρατάει και μου λέει:

«Ιτούτη είνι θηρία (θηρίος-α-ο: τεράστιος) καρύδα! Κι πουτιστικιά να ήταν, δε θα γένουνταν τέτοια! Είνι μία ουκά! Κι άμα του κουνήσεις έτσι πέρα-δώθι, κάνει κλουκ-κλουκ, σαν και (σαν να) ‘χει νιρό μέσα! Θα χάλασι… Άλλου σόι καρύδα… Κι πού να τ’ σπάσεις…. Βάρισα κι μι λιθάρι κι μι τσιόκι (σφυρί), αλλά δε σπάει! Ισύ ξέρ’ς τι είναι;».

Τα καρύδια στην Ήπειρο είναι… θηλυκού γένους: η καρύδα, οι καρύδες. Επομένως, έτσι έγινε η παρανόηση: η μεν εγγονή έφερε τροπική καρύδα (τον καρπό του κοκοφοίνικα), ενώ η γιαγιά της νόμισε ότι πρόκειται για… υπερμεγέθη καρπό της καρυδιάς που έχει και στο χωράφι της!

Ύστερα από λίγο ήρθε για επίσκεψη μια ανιψιά της συμπαθέστατης ηλικιωμένης. Της είχα ήδη εξηγήσει ότι είναι ένας καρπός που τον φέρνουν από μια μακρινή χώρα και πώς τον σπάνε. Εξήγησε γελώντας και στην ανιψιά της αυτό που έγινε πριν από λίγο. Η ανιψιά της μού είπε κάτι πολύ ενδιαφέρον, το οποίο καλό είναι να έχουμε υπόψη μας, ότι δηλαδή πάντα θα υπάρχουν πράγματα που δεν γνωρίζουμε και ενδεχομένως θα βρεθούμε σε αμηχανία. Η ίδια μού είπε, αυτοσαρκαζόμενη, για το άγχος της πριν από μερικούς μήνες μην τυχόν και κάνει κάποιο λάθος όταν έτρωγε κάποιο περίεργο φαγητό στο Παρίσι, όπου ζει η κόρη της, παντρεμένη με έναν Βραζιλιάνο.

Ανενεργό ΑΜΚΑ… λόγω λιτής διατροφής!


Στις αρχές του νέου χρόνου είχα πάει για καταγραφή σε έναν απομακρυσμένο οικισμό, όπου μένει πλέον μόνο ένα ζευγάρι ηλικιωμένων και πρόσχαρων ανθρώπων. Για τα δικά μας μάτια τούς λείπουν πολλά, αυτοί όμως είναι απολύτως αυτάρκεις, αφού έχουν τον κήπο, μερικές κατσίκες και κότες.

Σας μεταφέρω απόσπασμα της συνομιλίας μας: «Του σπίτι μας είνι παλιό, του γλέπ’ς, αλλά είνι γιουμάτου απ’ ούλα τα καλά... Στα σπίτια απ’ τα πιδιά μας (των παιδιών μας) δε μπουρού να μπου... Ντρέπουμι! Τοίχια στουλισμένα κι μαρμαρουστρουμένα κι έχους (σοδειά) τίπουτα μέσα! Άδειου σπίτι τι του θέλουν; Παίρουμι (ειρων. εννοεί παίρνουν) τ’ν τσιάντα του προυί κι σφίγγουμαστι (τρέχουμε) στου μανάβη, στου χασάπη, στου φούρναρη! Του σπίτι πρέπει να ’χει έχους! Να ’νι γιουμάτου, να ’χει αλεύρι, τυρί, λάδι, φασούλια, κ’κιά... Ιμείς τρώμι ό,τι βγάνει του σπίτι…».

Μπήκα στον πειρασμό να τους θέσω το ερώτημα «Αν καμιά φορά σάς φέρουν τα παιδιά κάποιο σαλάμι, δεν θα το φάτε;», για να λάβω την αποστομωτική απάντηση: «Α, μας φέρουν τα πιδιά μας σαλαμ’κά (ενν. αλλαντικά), αλλά ιμείς τα πιτάμι στα σκ’λιά! Κι ξέρ’ς τι φαΐ τα κάνουν…» (δηλ. με τι όρεξη τα τρώνε).

Το… επιδόρπιο, φυσικά, σας το φύλαξα για το τέλος. Τους ρωτάω διακριτικά για την υγεία τους, οπότε απαντούν... μ’ ένα στόμα, μια φωνή: «Είμαστι καλά, γιατί δεν είμαστι μαχαιρουμένοι, δε μας μαχαίρουσαν γιατροί (δηλ. δεν έκαναν καμία χειρουργική επέμβαση). Φάρμακα δεν παίρουμι… Τίπουτα! Ούτι ασπιρίνη!».

Ο σύζυγος 86 ετών, έξι χρόνια νεότερη η σύζυγος. Κι όμως… ανενεργό ΑΜΚΑ στο σύστημα υγείας!

Τα συμπεράσματα δικά σας…

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος-λαογράφος, είναι ο συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού. Το άρθρο αφιερώνεται με βαθύτατο σεβασμό στους πεινασμένους όλου του κόσμου


Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ