Αναρτήθηκε στις:12-02-16 15:45

Σύγχρονος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης κι ελληνική οικονομική κρίση


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Λέγεται κοινώς ότι πριν από λίγο καιρό ο πατέρας Παΐσιος έγινε Άγιος, ακριβώς τον έκαναν στις 13 Ιανουαρίου του έτους 2015, οπότε αναγνωρίστηκε η αγιοσύνη του. Ωστόσο ούτε έγινε, ούτε τον έκαναν Άγιο εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα. Η αλήθεια είναι ότι γινόταν Άγιος την κάθε ημέρα της ζωής του με τον σκληρό αγώνα του στο πνευματικό στάδιο του Κυρίου. Αυτός ήταν ο ισχυρός μαγνήτης που του ασκούσε σθεναρή έλξη, εξαπολύοντας με το εφαλτήριο της απέραντης πατρικής Του αγάπης τα ιερά και σωτήρια βέλη της Χάριτός Του που τον αγίαζαν.

Έναν Άγιο τον φανταζόμαστε, πράγμα που εξάλλου ανταποκρίνεται ακριβώς και στο πρόσωπο του Γέροντα Παΐσιου, σαν να πρόκειται για λιπόσαρκο ασκητή, που απομακρυσμένος από τους θορύβους του κόσμου, ζει την ειρήνη του Θεού. Ίσως και σαν έναν σεβάσμιο ιερέα που ανελλιπώς προσεύχεται για τους άλλους κι ακόμη και στους εχθρούς του κάνει πολύ καλά έργα ή κάποιον που υπέστη φρικτά μαρτύρια για τη χριστιανική πίστη ή πέρα απ’ αυτά, μπορεί να είναι ο κάθε άνθρωπος, μικρός ή μεγάλος κατά την ηλικία, άντρας ή γυναίκα κατά το φύλο, κληρικός ή λαϊκός κατά την τάξη, μορφωμένος ή αγράμματος κατά τις γραμματικές γνώσεις, φτωχός ή πλούσιος κατά την οικονομική κατάσταση.

Στην πραγματικότητα, ο άγιος είναι ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας. Με τους πολλούς διαφέρει μόνον, στην άμεση, πρωτογενή και τεράστια αγάπη του για τον Θεό κι από εκεί εμμέσως, κατ’ επέκταση και δευτερογενώς στο ανθρώπινο πλάσμα Του, που τόσο πολύ το λατρεύει με πατρική στοργή.

Έτσι, ο άγιος μπορεί να πολεμάει αλύπητα τα πάθη του, μετανοώντας κι απορρίπτοντας τα πάθη του. Μικραίνει ή ακόμη και μηδενίζει τη φιλαυτία, ενώ μεγεθύνει στην καρδιά του τη φιλαδέλφια. Κι ο όσιος Παΐσιος, σαν ασυρματιστής στον στρατό, κουβαλούσε πάντα τον ασύρματο εκείνος, για να είναι ελεύθερος ο συνάδελφός του σε περίπτωση κινδύνου, ώστε αυτός να σωθεί. Σε μια μάχη είχε σκάψει μια μικρή λακκούβα για να προστατευθεί. Όταν κάποιοι εκεί ζήτησαν καταφύγιο τους δέχτηκε κι εκείνος βγήκε έξω, λέγοντας: «Καλύτερα να σκοτωθώ μια φορά εγώ, παρά να σκοτωθεί ο άλλος, και μετά να με σκοτώνει η συνείδησή μου σε όλη μου τη ζωή».

Ως μοναχός ήταν «ασυρματιστής του Θεού» όπως έλεγε, ώστε να συγκρατεί με την προσευχή του τον κόσμο της γης συνδεδεμένο με τον ουρανό. Ήθελε να εξασφαλίζει την αδιάσπαστη κοινωνία του με τον Θεό. Τα πλήθη του κόσμου ξεφόρτωναν στο κελί του τα βάσανα που κουβαλούσαν κι ο Γέροντας προσευχόταν γι’ αυτούς που ζούσαν μια θαυματουργία, ενώ προσέτρεχαν εκεί ακόμη κι από πολύ μακριά μέρη, επειδή διαισθάνονταν και διατράνωναν κιόλας την αγιότητά του.

Κι ο ίδιος σ’ αυτή την εκτίμηση του κόσμου αντιδρούσε, φυσικά με πολύ διαφορετική γνώμη για τον εαυτό του: «Αισθάνομαι σαν ένα κονσερβοκούτι άχρηστο. Το κονσερβοκούτι όταν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ηλίου, λάμπει και νομίζουν μερικοί ότι έχει αξία». Καθίσταται ολοφάνερο ότι όσο η ψυχή του ανθρώπου αδειάζει από εγωισμό, τόσο αγιάζει, γεμίζοντας απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, η οποία εκδηλώνεται και με την εμφάνιση σημείων, τόσο κατά την επίγεια ζωή, όσο και μετά τη μετάστασή του, όπως πρόκειται για παράδειγμα με τη θαυματουργική ισχύ της προσευχής του, με το να μυροβλύζουν τα λείψανά του ή να διατηρείται άφθαρτο το σκήνωμά του.

Έχει καθιερωθεί ανέκαθεν το αρμόδιο όργανο της διοίκησης της Εκκλησίας μας, στα πλαίσια του συνοδικού συστήματος λαβαίνει υπ’ όψη του αυτά, τα οποί μόνα τους δεν μαρτυρούν σε πλήρη απόδειξη την αγιότητα, αλλά αυτά τα σημεία είναι αξιόπιστες ενδείξεις που συντρεχόντων κι άλλων ασφαλών γεγονότων, όπως για παράδειγμα το αξιοσημείωτο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο, επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία της συνείδησης του λαϊκού στοιχείου της Ορθόδοξης χριστιανικής μας πίστης.

Όσοι είχαν την ευλογία να γνωρίσουν τον Άγιο καταλαβαίνουν καλύτερα και συνειδητοποιούσαν όλο και περισσότερο το ποιόν του ανθρώπου που είχαν κοντά τους κι ομολογούσαν το μεγαλείο του, βλέποντας μια ακαθόριστη λάμψη στο πρόσωπό του. Μετά την πάροδο αρκετών ετών από την κοίμησή του η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προεδρεύοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, εκδίδει Εκκλησιαστική πράξη, με την οποία ανακηρύσσεται ο προκείμενος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης και συγχρόνως καταγράφεται στο αγιολόγιο της Εκκλησίας.

Η εν λόγω Εκκλησιαστική Πράξη έχει υπογραφεί, κατά τρόπο πανηγυρικό, κατά την διάρκεια ειδικής Εκκλησιαστικής ακολουθίας, όπου ψάλλονται κατανυκτικοί ύμνοι της Πεντηκοστής για να φανερωθεί ότι ο Όσιος αποτελεί καρπό της παρουσίας του Τριαδικού Θεού και της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Συντάχτηκε ειδική ακολουθία και καθορίστηκε η ημέρα της κοίμησής του και για τον εορτασμό της μνήμης του. Ας σημειωθεί ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία στο παρόν λήφθηκαν από τον «Βίο Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου» του Ιερομονάχου Ισαάκ.

Στον φουρτουνιασμένο αιώνα μας, πολλοί είναι εκείνοι που αναγνωρίστηκαν επίσημα ως άγιοι κι ο καθένας τους αποτελεί έναν τηλαυγή φάρο, που από το ύψος του καταυγάζει όσους στρέφουν σ’ αυτόν το καλόπιστο βλέμμα τους. Αυτούς δεν τους αφήνει να ναυαγήσουν στο αποπνικτικό σκοτάδι, αλλά τους προσελκύει στη δική του γαλήνη, δείχνοντάς τους το απάνεμο λιμάνι της Εκκλησίας. Πολύ υλικό στην καταγραφή του εν λόγω συνοπτικού πονήματος έχει δανειστεί από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Υπέρ του Αγίου Παϊσίου είναι και το γεγονός ότι μιλούσε στον απλοϊκό κι αγράμματο λαό του Θεού με εντελώς καταληπτό τρόπο, απλό, λιτό, ανεπιτήδευτο, απέριττο, ήπιο, γνήσια βιωματικό, χρησιμοποιώντας πολλά ταιριαστά παραδείγματα. Έτσι μετέφερε στον συνομιλητή ανεκτίμητη γνώση, θεία σοφία και πολύτιμες πνευματικές εμπειρίες, χωρίς καλολογικούς εντυπωσιασμούς, ούτε λεκτικά τεχνολογικά εξεζητημένα στολίδια, ούτε μεγαλοστομίες κι ασάφειες, αποζητώντας αναγνώριση, κύρος και καταξίωση, αλλά έβγαζε από το «έρκος οδόντων» σοφά λόγια που ευωδιάζουν Άγιο Πνεύμα. Έτσι μέσα στους ζοφερούς κοινωνικούς κόλπους μιας κατεξοχήν άνυδρης εποχής, όπως ο 21ος αιώνας μας, αυτά τα λόγια χρειάζονται να ξεδιψούν την «περί πολλά τυρβάζουσα» ανθρώπινη ψυχή, που περισπάται κι αποσπάται από την πραγματική αποστολή της.

Κάποτε λοιπόν ο Άγιος συναντήθηκε μ’ έναν ζωγράφο και τον παρεκάλεσε να του κάνει έναν πίνακα για το κελί του, που να περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων στοιχείων και μία βρύση με τρεχούμενο νερό. Απ’ το τελευταίο, τη βρύση, κάνει τις εξής σκέψεις: «Οπωσδήποτε δεν μπορεί κανείς να πιεί νερό και να ξεδιψάσει, από τη βρύση του πίνακα. Τόσο λοιπόν διαφέρουν τα έργα των ανθρώπων από τα έργα του Θεού! Όσο λοιπόν μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από το νερό μιας ζωγραφισμένης βρύσης,, άλλο τόσο μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από τα έργα των ανθρώπων. Η ανθρώπινη ύπαρξη ξεδιψά αληθινά και μόνο από τα έργα του Θεού, ο Οποίος άλλωστε προσφέρει απλόχερα το «ύδωρ το ζων» από το Ευαγγέλιο».

Άλλες φορές έλεγε: «Όσο περισσότερο ζει κανείς την κοσμική ζωή, ξένη προς το θέλημα του Θεού, τόσο περισσότερο άγχος αποκομίζει. Μόνο κοντά στον Χριστό κανείς ξεκουράζεται, γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος για τον Θεό! Εκεί είναι το φυσικό του, να βρίσκεται με τον Θεό… Αυτός παρακολουθεί την καρδιά μας και ελέγχει το περιεχόμενό της. Να εξετάζουμε συνεχώς τον εαυτό μας και να φοβόμαστε τις αδυναμίες μας. Γιατί μοιάζουμε με τις τσουκνίδες. Από μακριά φαίνονται πράσινες, δροσερές, σαν πεδιάδα, σαν κήπος, μα όταν πλησιάσεις και τις αγγίξεις, τότε βλέπεις την ασχήμια τους και νιώθεις το κεντρί τους… Μην έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Η αυτοπεποίθηση είναι μέγα εμπόδιο στη Θεία Χάρη. Εμπιστοσύνη απόλυτη να έχουμε μόνο στον Θεό Όταν εμείς εναποθέτουμε τα πάντα σε Αυτόν, ο Θεός υποχρεώνεται να μας βοηθήσει… Ποιος, όταν δει ένα μικρό παιδάκι να προσπαθεί με τα χεράκια του να κυλήσει μια κοτρώνα, δεν θα τρέξει να το βοηθήσει, για να μην παιδεύεται;».

Και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «Έτσι και ο Θεός, όταν δει την μικρή μας προσπάθεια, θα μας βοηθήσει να νικήσουμε. Ο Θεός ρίχνει - ρίχνει βροχή, μαλακώνει το χώμα, αλλά και εμείς πρέπει να γεωργήσουμε το χωράφι μας. Το χώμα είναι έτοιμο, αλλά πρέπει να βάλουμε το υνί στο χωράφι, και να το σπείρουμε, και ό,τι σπείρουμε, θα θερίσουμε. Αν όμως δεν οργώσουμε, πως θα σπείρουμε; Κι αν δεν σπείρουμε, τι θα θερίσουμε;». Και συμπλήρωσε προτρεπτικά και στοργικά σαν πατέρας: «Δώστε εξ ολοκλήρου την καρδιά σας στον Θεό και ο Θεός θα σας δώσει τα πάντα», όπως αναγράφεται και στις «Διδαχές Αγίου Παϊσίου».

Κάποτε σε μια παρέα επισκεπτών του, η οποία πλαισιώνονταν κι από Αμερικάνους, είπε: «Ένα μόνο να πω, το πρόβλημα με τους Αμερικάνους είναι ότι στα Αγγλικά το «εγώ» γράφεται πάντοτε με κεφαλαίο, ενώ εμείς στην Ελλάδα το γράφουμε πότε-πότε και με μικρό… Εσείς πρέπει να διαγράψετε το «εγώ» από το λεξιλόγιό σας, παιδιά. Ο εγωισμός είναι ο μεγάλος μας εχθρός. Αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε. Όλοι ανεξαιρέτως… Η αγιότητα έχει μια ευγένεια, μια λεπτότητα, μια χάρη πάνω της, προνοεί διακριτικά, γεμίζει όλων την καρδιά, οικοδομεί με το λόγο της και τις πράξεις της, αναπαύει με την παρουσία της.».

Πρόκειται για τον πιο λαοφίλητο σύγχρονο Άγιο, που περπάτησε στους δρόμους μας κι έζησε μαζί μας. Κατάφερε να ξεπεράσει τη γήινη έλξη και την απάτη της αμαρτίας. Ενώ α νους του ήταν ανοιχτός, επιδεκτικός διόρθωσης και καταδεκτικός συμβουλών και μετανοίας, χωρίς να εγγίζει στη μικρότητα της ισχυρογνωμοσύνης που είναι αποκύημα του εγωισμού. Όλα τα χαρίσματά του αυτά είναι ζωντανές αποδείξεις αγιότητας του Γέροντα Παΐσιου, μαρτυρίες του Ζωντανού Θεού στην εποχή μας.

Ο Άγιός μας δεν επιζητεί τον τεμαχισμό της πίτας, αλλά την θέλει ολόκληρη, αναφορικά με μια ασυμβίβαστη χριστιανική ζωή που δεν αρκείται στα λίγα, στα τυπικά, στα μέτρια, στα ευτελή, στα ανάξια, στα ασήμαντα. Πάντα έχει στον νου του όχι τα πρόσκαιρα, αλλά τα Αιώνια, τα Ουράνια.

Τα μεγάλα μέτρα της πνευματικής ζωής κατά Χριστόν δεν είναι μια ουτοπία, απραγματοποίητη, αλλά αφορούν όλους τους Χριστιανούς, όπως ο απόστολος Παύλος μας προσκαλεί όλους, ανεξαιρέτως: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α΄ Κορινθ δ΄ 16). Κι ο ίδιος ο Κύριός μας υποσχέθηκε σε όλους, όσους Τον αγαπούν και τηρούν πιστά τις εντολές Του ότι θα έρθει μαζί με τον Πατέρα Του και θα κατοικήσει μόνιμα μέσα μας, οπότε θα αποκαλύψει τον Εαυτό Του, μετατρέποντας την ψυχή μας σε Παράδεισο (Ιωάν ιδ΄ 23).

Αναμφίβολα λοιπόν και για μας υπάρχει άφθονη η Χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία! Σε κάθε Θεία Λειτουργία, στις Ιερές Ακολουθίες, στα Ιερά Μυστήρια και προπαντός στα επαναλαμβανόμενα της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας. Έτσι για όλους τους ενεργούς και συμμετέχοντες πιστούς ο δρόμος της σωτηρίας, προς τον Ουρανό, είναι ανοιχτός, αρκεί ο καθένας να Τον αγαπά με πάθος και πόθο, όπως οι Άγιοί Του και φθάνει να θελήσει να παλέψει, όπως αυτοί, να αντιμετωπίσει τον «πόνο», ο οποίος είναι χαρακτηριστικό γνώρισμά τους, να εγκλείσει μέσα στα φυλλοκάρδια του τον Θεό και τον Ουρανό. Προϋπόθεση της απόκτησης από εμάς της αγιότητας ακόμη αποτελεί η χάραξη της γραμμής που απορρέει από το παράδειγμα και τα λόγια των Αγίων.

Οι Άγιοι μολονότι θεωρούνται παγκόσμιοι κι αγαπούν αμέριστα όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από επί μέρους διαφορές, φυλής, χρώματος, εθνικότητας, νοοτροπίας, κουλτούρας, σωματικής ικανότητας, διανοητικής και πνευματικής διαύγειας, επιπέδου μόρφωσης κλπ, όμως διαβιούν σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο κι είναι φυσικό να λατρεύουν ιδιαίτερα την πατρίδα τους που γεννήθηκαν κι ανδρώθηκαν, ως κατεξοχήν ευγνώμονες και φιλοπάτρες.

Έτσι κι ο Άγιος Παΐσιος, μεγαλώνοντας ως πρόσφυγας στη Μητέρα Ελλάδα από τα ηρωικά Φάρασα της Καππαδοκίας, διατηρούσε μέσα του άσβηστη τη φλόγα της υπέρμετρης αγάπης προς την πατρίδα που είχαν ανάψει στην άδολη καρδιά του οι γενναιόψυχοι πρόγονοί του.

Δεν παρέλειπε την συχνή αναφορά του στην τιμή και την αυξημένη ευθύνη που έχουμε ως Έλληνες: «Τέτοια κληρονομιά που μας έχει αφήσει ο Χριστός, δεν έχουμε δικαίωμα να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Θα δώσουμε λόγο στον Θεό. Εμείς, το μικρό αυτό έθνος, πιστέψαμε στον Μεσσία, μας δόθηκε η ευλογία να διαφωτίσουμε όλον τον κόσμο… Την Ορθοδοξία μας ως Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και την ελευθερία μας την οφείλουμε στους ήρωες της Πατρίδας μας,, που έχυσαν το αίμα τους για μας. Αυτήν την αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε κι όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Είναι κρίμα να χαθεί ένα τέτοιο έθνος!... Δεν θα αφήσει ο Θεός, αλλά πρέπει κι εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε ανθρωπίνως και για ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως, να κάνουμε προσευχή να βοηθήσει ο Θεός», όπως αναγράφεται στο βιβλίο «Λόγοι Α΄. Με πόνο και αγάπη» του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου.

Ο Άγιός μας τόνιζε την ανάγκη να διηγούμαστε την ιστορία του τόπου μας, μάλιστα σε τέτοιους καιρούς που αυτή διαστρεβλώνεται. Όταν η προπαγάνδα για παράδειγμα, εναντίον της Μακεδονίας βρισκόταν σε έξαρση,, προμηθεύτηκε έντυπα που μιλούσαν για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και τα μοίραζε ως ευλογία στους επισκέπτες του. Ο ίδιος έκανε πάντα θερμή προσευχή για την πολυαγαπημένη του πατρίδα, ειδικά όταν αυτή διερχόταν κάποιο κίνδυνο. Συγκεκριμένα όταν το Μάιο 1983 πληροφορήθηκε με θαυμαστό τρόπο ότι οι Τούρκοι σχεδίαζαν σε λίγους μήνες επίθεση εναντίον της Ελλάδας, οργάνωσε «επιστράτευση προσευχής» και τελικά τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν.

Το θαυμαστό είναι ότι Έλληνες αξιωματικοί, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Τούρκων, αποκάλυψαν αργότερα ότι ο μεγάλος κίνδυνος εμφανίστηκε πραγματικά κατά τον Οκτώβριο κι απετράπη ακριβώς την ημέρα εκείνη, εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, κατά την οποία είχε υποδείξει ο Άγιος Παΐσιος να τελεστεί αγρυπνία υπέρ προστασίας του έθνους, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης» του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος».

Εκείνο που διακαώς «έτρωγε τα σωθικά» του ήταν το γεγονός ότι οι Έλληνες έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό και ψήφιζαν νόμους αντίθετα με το άγιο θέλημα του Θεού, όπως εκφράζεται κάθε φορά από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Συγκεκριμένα για το Έθνος μας έλεγε: «Σκέψου, ολόκληρος Θεός να βρίσκεται σε δύσκολη θέση! Να αφήσει τον βάρβαρο να χτυπήσει την Ελλάδα; Θα σκοτώσει τα παιδιά. Να μην τον αφήσει; Πάλι τα σκοτώνουν τα παιδιά οι ίδιοι, οι γονείς τους» *εννοεί τον νόμο που το 1984 επέτρεψε τις εκτρώσεις),

Ωστόσο πίστευε βαθιά ότι ο Θεός ποτέ δεν θα εγκαταλείψει την Ελλάδα και διαρκώς μετέδιδε γύρω του ελπίδα κι αισιοδοξία και σε ερώτηση κάποιου επισκέπτη, σχετικά με την μελλοντική πορεία της Ελλάδας, είπε: «Δεν φθάνουμε ποτέ στον πάτο, πάντα θα έχουμε δρόμο ακόμη. Αλλά όταν φθάσουμε χαμηλά, τότε θ’ αρχίσουν να τακτοποιούνται τα πράγματα».

Με αυτά τα λόγια, ίσως ο Άγιος αναφέρεται και στη σημερινή οικονομική κρίση, με όλες τις παραμέτρους και συνιστώσες του ελληνικού προβλήματος. Υποθέτει ότι θα συγκλονιστούμε, θα συνέλθουμε και θα ζητήσουμε τη βοήθεια του Θεού. Δηλαδή είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψει το Έθνος μας σε ειλικρινή μετάνοια και να ζει πνευματικά κοντά στον Θεό.

Όταν γινόταν έντονη συζήτηση για τις στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Κύπρος χρειάζεται πνευματικές βάσεις, όχι στρατιωτικές… Οι πνευματικές βάσεις, η πίστη και η μετάνοια θα σώσουν την Κύπρο».

Τέλος είναι αξιομνημόνευτοι οι φλογεροί λόγοι του Αγίου, που επαναλάμβανε συχνά: «Μη στενοχωριέστε, η Ελλάδα δεν πρόκειται να χαθεί, διότι είναι το προπύργιο της Ορθοδοξίας. Αν ήταν στα χέρια των πολιτικών, θα είχε σβήσει. Ευτυχώς που είναι στα χέρια του Θεού, ο Οποίος την προστατεύει σκανδαλωδώς. Κάθε φορά που κινδυνεύει να χαθεί, κάτι κάνει την τελευταία στιγμή και τη σώζει. Και τώρα θα υπάρχει αναμπουμπούλα, γιατί ο διάβολος οργώνει. Αλλά μην ανησυχείτε. Τελικά θα σπείρει και θα θερίσει ο Χριστός. Ο Καλός Θεός δεν επιτρέπει να γίνει κάτι κακό, αν μετά από αυτό δεν πρόκειται να βγει κάτι καλύτερο. Θα περάσουμε γερό τράνταγμα, αλλά θα επακολουθήσει η δόξα της Ελλάδος κι η λάμψη της Ορθοδοξίας». ( Πάλι εννοείται η σημερινή δυσχερής μας οικονομική κατάσταση.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ