Αναρτήθηκε στις:31-01-20 14:54

Πικρό γάλα


Μένιος Σακελλαρόπουλος - Εκδόσεις Ψυχογιός 2019 - σελ.480


Ένας πρώην φούρναρης, ο Φώτης Ραπακούσης, δημιούργησε το Μουσείο του Αλή Πασά στο Νησάκι της Παμβώτιδας λίμνης, ξοδεύοντας την περιουσία του, για να αγοράσει σε δημοπρασίες τα πολύτιμα αντικείμενα εκείνης της περιόδου. Ο Φώτης Ραπακούσης ήταν εκείνος που οραματίστηκε αυτό το Μουσείο για τους Γιαννιώτες, τους Ηπειρώτες και όλους τους Έλληνες. Εκείνος ανέλαβε να φωτίσει την Ελληνική Ιστορία.

Το βιβλίο «Πικρό γάλα» είναι μια ιστορία από καρδιάς. Είναι μια αληθινή ιστορία. Είναι η ιστορία του Φώτη Ραπακούση. Πρόκειται για μνήμες των παιδικών του χρόνων, που δεν έσβησαν ποτέ. Πρόκειται για μια ιστορία ή μάλλον πολλές ιστορίες, τα πέτρινα εκείνα χρόνια, στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης.

Ο Φώτης Ραπακούσης, από το Αηδονοχώρι της Κόνιτσας Ιωαννίνων, ήταν ένα παιδί ορφανό από πατέρα, που βρέθηκε από έξι χρονών στα ιδρύματα της Φρειδερίκης(πέρασε σε τέσσερα ορφανοτροφεία).Το πρώτο που τον πήγαν, επειδή η μάνα του η Σοφία και η γιαγιά του η Φωτεινή, δεν είχαν να θρέψουν αυτόν και τον αδελφό του Σπύρο, ήταν το ορφανοτροφείο Ζηρού Φιλιππιάδος (τον αδελφό του τον στείλανε στις Φιλιάτες).

Όταν δεν έχεις ούτε ένα πιάτο φαΐ, όταν βλέπεις τα παιδιά σου να υποφέρουν, κοιτάς να τα σώσεις. Όποιος κι αν είναι ο σωτήρας. Ας γνώριζαν οι μεγαλύτεροι, ότι στις παιδουπόλεις της βασίλισσας θα αποκόβονταν τα παιδιά από τους γονείς, θα είχαν παραπληροφόρηση και προπαγάνδα, σκληρή πειθαρχία και πολλά θα στέλνονταν για υιοθεσία στην Αμερική…

Έμεινε ο Φώτης στον Ζηρό, έξι ολόκληρα χρόνια, από τα έξι έως τα δώδεκα χρόνια του, όλα του τα παιδικά του χρόνια. Αυτό το ταξίδι από το χωριό του στη Ζηρόπολη, θα ήταν καθοριστικό για όλη του τη ζωή. Είναι εκείνα τα χρόνια που στην παιδική ηλικία, τα γεγονότα συνοδεύουν ανεξίτηλα την ψυχή και το μυαλό ενός παιδιού, και το ακολουθούν για πάντα σε όλη του τη ζωή.

Πολλές φορές αργότερα δεν ήθελε να θυμάται τίποτα, και προσπαθούσε να κλείσει τις πληγές της ψυχής του από την πολύ πικρή και τραυματική αυτή εμπειρία. Το μόνο που ήθελε να θυμάται ο Φώτης ήταν το σκυλάκι του την Κανέλα και τον Νιόνιο τον παιδικό του φίλο, που ήταν αχώριστοι, που ήταν σαν αδέλφια (με το σημάδι από το σταυραδέλφωμα), που παίζανε μαζί, που περνάγανε μαζί ατέλειωτες ώρες, που μοιραζότανε τα πάντα, όλα αυτά τα μαύρα χρόνια της παιδούπολης του Ζηρού, τις αγωνίες τους αν έρθει κάποιος να τους επισκεφτεί, αν λάβανε κανένα γράμμα και ίσως κάποιο δέμα με λίγες καραμέλες, αν θα τους πιάνανε να κάνουνε αταξίες («αγρίμι» αποκαλούσαν τον Φώτη, που ήταν απείθαρχος) και πόσο πολύ ξύλο θα τρώγανε (μέχρι και στο νοσοκομείο της Άρτας τον στείλανε τον Φώτη, για αιματουρία από το πολύ ξύλο) και ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν την κοπανούσαν για την ελευθερία!!

Δεν ήθελαν να θυμούνται τίποτα και ο Φώτης και ο Διονύσης, γιατί είχαν περάσει πολύ άσχημα στο ίδρυμα του Ζηρού. Κάθε μέρα τρώγανε πολύ ξύλο. Λυσσαλέο ξυλοδαρμό. Τους πονούσε όλο το σώμα αλλά και η ψυχή, από το πολύ ξύλο. Κάθε μέρα και νέες τιμωρίες για σωφρονισμό. Δέσιμο σε δέντρο και φτύσιμο από όλα τα άλλα παιδιά. Υπερβολική πειθαρχία και μίσος για τα παιδιά από την Προκοπία (που θεωρούσε τον εαυτό της βασίλισσα του Ζηρού), την Αυγουστία και τον Μουστάκα-Μπαγάσα. Αδιανόητες στερήσεις, ατέλειωτες αγγαρείες, ασφυκτικό περιβάλλον, κρύο στους θαλάμους, προσευχές, επιθεωρήσεις, τραγούδια για τη μητέρα-βασίλισσα, προδοσίες του Ιούδα, βλακείες του Ποντικού, του Ψείρα και του Κατουρημένου…

Ο Φώτης κι ο Διονύσης περνάνε μαζί με την Ελλάδα τον δικό τους Γολγοθά. Δυο τρομοκρατημένες παιδικές ψυχές γνωρίζουν σκληρούς επιτηρητές και ομαδάρχες, μακριά από την αγκαλιά και την ασφάλεια της μάνας. Νιώθανε και οι δυο μεγάλη απέχθεια για το προσωπικό του ιδρύματος και το ορφανοτροφείο Ζηρού. Αναρωτιόντουσαν πώς γίνεται να αγαπάς τον Θεό όταν δεν αγαπάς τους ανθρώπους ; Όταν τους σιχαίνεσαι ; Γιατί τόσο μίσος προς τα παιδιά ;

Εκεί στου Ζηρού, ο Φώτης ήπιε σταγόνα σταγόνα το πικρό γάλα, έγινε αγρίμι της Ηπείρου, υπέφερε, φτύστηκε, λοιδορήθηκε, έκλαψε πικρά, αντέδρασε έντονα και τιμωρήθηκε πολύ σκληρά. Έχανε πάντα ότι αγαπούσε. Και ό,τι ήταν δίπλα του έφευγε. Ένιωθε μεγάλη μοναξιά. Θυμόταν με πίκρα τη μάνα του, τη γιαγιά του, τον αδελφό του και το χωριό του. Με τέτοια αγκάθια στην ψυχή δεν ησύχαζε ποτέ, είτε ξύπνιος είτε στον ύπνο του…

Πενήντα ολόκληρα χρόνια έψαχνε ο Φώτης να βρει τον φίλο του τον Διονύση Αναστόπουλο, που ήταν από τον Πύργο Ηλείας και τελικά τον βρήκε ηλικιωμένο πια, να ζει στην Αθήνα. Με τον Διονύση ζήσανε τα έξι χρόνια στην παιδούπολη του Ζηρού. Με τον Διονύση χωρίσανε οι δρόμοι τους μετά το δημοτικό, αυτόν τον έστειλαν για το ορφανοτροφείο του Βόλου για γυμνάσιο ( τα έπαιρνε τα γράμματα) και τον Φώτη στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς για να μάθει την τέχνη του ξυλουργού, αλλά τελικά ο Φώτης έγινε φούρναρης.

Το βιβλίο «Πικρό γάλα» είναι η πολύπαθη ζωή ενός παιδιού που ανδρώθηκε παράλληλα με την ενηλικίωση της βασανισμένης Ελλάδας. Κι αυτό το πέρασμα -βασιλεία, ταραχές, δικτατορία, Μεταπολίτευση-είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Μια άλλη εποχή, η τρομερή δύναμη του παρελθόντος. Σάμπως δεν είχε κατάληξη; Ένα χιλιοταλαιπωρημένο παιδί έμεινε όρθιο και δυνατό, ζυμωμένο στα σκληρά καζάνια της ζωής. Ένα χαμίνι που δεν είχε ούτε τρόπο να φάει ούτε μέρος να κοιμηθεί, ένα αγρίμι της Ηπείρου, ένα παιδί των ορφανοτροφείων, των ξυλουργείων, του κρύου, του αέρα, του φόβου, έβλεπε για πρώτη φορά, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τον χαιρετάει για τον συλλεκτισμό του. Ένας ταλαιπωρημένος φτωχοδιάβολος νίκησε την μοίρα του κι είδε δύο Προέδρους Δημοκρατίας να στέκονται προσοχή μπροστά του, για το Μουσείο του Αλή Πασά, που έφτιαξε μόνος του.

Διαβάζεις αυτό το βιβλίο και λες πως ακούς παιδικά κλάματα, ξυλοδαρμούς, λυγμούς, μοιρολόγια Ηπειρώτικα, τραγούδια Ηπειρώτικα «…καίγομαι και σιγολιώνω, τι καημός…»

Ο συγγραφέας Μένιος Σακελλαρόπουλος καταφεύγει στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας, μια στιγμή που η ζωή και η επιβίωση παραμένουν αβέβαιες, καταδεικνύοντας τον θεραπευτικό χαρακτήρα της μνήμης.

Βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία είναι λυρικό αριστούργημα, όπου ο ωμός ρεαλισμός και η αποτύπωση της παιδικής οδύνης, γίνονται ένας ύμνος προς την ελευθερία.

Μια σπαρακτική ιστορία, μέσα από τα μάτια ενός αγριμιού της Ηπείρου, που συγκλονίζει και τον πιο ψυχρό αναγνώστη.

Μια συναρπαστική αφήγηση, γραμμένη από έναν μεγάλο συγγραφέα.

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί σαράντα συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, SportFM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 ως το 2017 ήταν στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Άλλα έργα του είναι: «Το σημάδι», «Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι», «Ο χορός των συμβόλων», «Η πυραμίδα της οργής» κ.α.

Κώστας Τραχανάς



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ