Αναρτήθηκε στις:26-05-17 11:42

Συνέντευξη του συγγραφέα Δημήτρη Μαργαριτόπουλου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Παρά τις διαφορετικές απόψεις - εκτιμήσεις για το τι είναι καλό βιβλίο, τι είναι λογοτεχνία και τι παραλογοτεχνία, το διάβασμα δεν παύει να είναι διάβασμα

Ο Δημήτρης Μαργαριτόπουλος γεννήθηκε το 1941 στον Βαπτιστή Κιλκίς. Σπούδασε γεωπονία στο Πανεπιστήμιο Hohenheim της τότε Δυτικής Γερμανίας. Κατοικεί στη Θεσσαλονίκη. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα "Ένα πηλίκιο άγριες φράουλες" (2001), "Οι τελευταίοι της μεγάλης τρέλας" (2003) και "Ακρόπολις εξπρές" (2004).

Ερ. Από ποιά ηλικία ξεκινήσατε να διαβάζετε; Ποια ήταν τα πρώτα σας αναγνώσματα;
Απ. Από την ηλικία των 9-10 ετών. Τα πρώτα μου αναγνώσματα ήταν κυρίως τα παιδικά περιοδικά της εποχής, όπως: Ταρζάν, Γκαούρ, Μάσκα, Μικρός Ήρως, (αυτός διαβαζόταν μετά μανίας), κλασσικά εικονογραφημένα κ. α, και κρυφά τα κοριτσίστικα περιοδικά της αδερφής μου, η οποία, ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Ακολούθησαν τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης του δημοτικού σχολείου του χωριού μας, σχεδόν όλα ιστορικά και κοσμογραφικά, και παιδική λογοτεχνία που δανειζόμουν από συμμαθητές και φίλους μου.

Ερ. Από πότε ξεκίνησε η αγάπη σας για την ιστορία;
Απ. Ουσιαστικά από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω. Σ’ αυτό συνετέλεσε η ανάγνωση των ιστορικών βιβλίων της δανειστικής βιβλιοθήκης του σχολείου μας, κι η συνήθεια του πατέρα μου (τελειόφοιτος σχολαρχείου κι ιεροψάλτης της εκκλησίας του χωριού μας) να αφηγείται κατά τη διάρκεια των περίφημων νυχτεριών στους παρευρισκόμενους ένα παραμύθι δικής του επινόησης με ιστορικό υπόβαθρο, τονίζοντας ταυτόχρονα πως τα καλύτερα παραμύθια είναι οι ιστορίες που περιγράφουν τα λογοτεχνικά βιβλία, γραμμένες κατά κανόνα από σπουδαίους παραμυθάδες.

Ερ. Ποια περίοδος της ελληνικής ιστορίας σας αρέσει περισσότερο;
Απ. Της εποχής της τουρκοκρατίας και της νεώτερης Ελλάδας - Α’ παγκόσμιος πόλεμος, Β’ παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, Εμφύλιος.

Ερ. Πώς ξεκίνησε η σκέψη να γράψετε το βιβλίο «Φλογισμένες θάλασσες», εκδόσεις Historical Quest;
Απ. Οι «Φλογισμένες θάλασσες» προορίζονταν να είναι ο Α’ τόμος μιας τριλογίας, με Γ’ τόμο το μυθιστόρημά μου «Αχ Θράκη μου» που κυκλοφόρησε πρώτο, και Β’ τόμο τον ακόμα άγραφο, ο οποίος, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα γραφτεί ποτέ, με κύρια συνδετικά στοιχεία τους διωγμούς και τις προσφυγές.

Ερ. Γιατί το έτος 1770 ήταν σημαντικό για όλη την Ελλάδα;
Απ. Το έτος αυτό καθαυτό δεν ήταν σημαντικό. Σημαντική μπορεί να χαρακτηριστεί η προθυμία των σκλαβωμένων Ελλήνων να ξεσηκωθούν για να ελευθερώσουν την πατρίδα τους από τον τουρκικό ζυγό. Όμως, η τραγική κατάληξη του άκαιρου ξεσηκωμού των Ορλωφικών, απέδειξε ότι όχι μόνο δεν ήταν σημαντικός, αλλά κι ένα έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος του ελληνισμού από την τσαρική Ρωσία για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους. Μεγάλη ευθύνη φέρουν φυσικά κι οι υπεύθυνοι του ξεσηκωμού, οι οποίοι, δεν εκτίμησαν σωστά τη χρονική συγκυρία, δεν προετοιμάστηκαν κατάλληλα, ούτε καν στοιχειωδώς για έναν ένοπλο αγώνα με μια υπερδύναμη της εποχής, και βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις της Ρωσίας, «της προστάτιδας της μόνης ορθής πίστης, της Ορθοδοξίας», όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ότι θα στηρίξει τον αγώνα τους μέχρι την τελική επικράτηση, χωρίς να λάβουν τις απαραίτητες εγγυήσεις.

Ερ. Ποια μέρη ξεσηκώθηκαν; Τι ζητούσαν από τον κατακτητή;
Απ. Το κίνημα ξεκίνησε από το Οίτυλο της Μάνης και πολύ σύντομα επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο το Μοριά. Ακολούθησαν η Ήπειρος, η Στερεά Ελλάδα, η Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Αττική, τα νησιά του Αιγαίου, η Κρήτη και τα μικρασιατικά παράλια. Αυτό που ζητούσαν οι ξεσηκωμένοι από τον κατακτητή ήταν ελευθερία, αυτονομία, το δικαίωμα να ορίζουν τον τόπο τους, και μια μερίδα των μπροστάρηδων του ξεσηκωμού, κυρίως οι κοτζαμπάσηδες, κάποιοι αρματολοί κι ένα μέρος του κλήρου, τον είδαν σαν ευκαιρία για πλιάτσικο κι εύκολο πλουτισμό, ή για να επεκτείνουν τα αρματολίκια τους και να αυξήσουν τις επιρροές τους.

Ερ. Ποιοι υποκίνησαν τα Ορλωφικά; Ποια ήταν η στάση της Ρωσίας απέναντι στην Ελλάδα;
Απ. Η Ρωσία, κυρίως με τους πράκτορές της Γεώργιο Παπαζώλη και Εμμανουήλ Σάρρο, αξιωματικών του ελληνικού τάγματος του ρωσικού στρατού, υποκίνησε τους σκλαβωμένους Έλληνες σε ξεσηκωμό, τάζοντάς τους ελευθερία, ανεξαρτησία, αναβίωση των ελληνικών βασιλείων της προ της τουρκοκρατίας εποχής, κι ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αυτό, ωστόσο, ήταν μόνο ένα πρόσχημα. Κύριος σκοπός της Ρωσίας ήταν η δημιουργία αντιπερισπασμού. Την εποχή εκείνη μαινόταν στα σύνορα των δυο αυτοκρατοριών (χανάτο της Κριμαίας), ο όγδοος κατά σειρά ρωσοτουρκικός πόλεμος, κι η δημιουργία ενός νέου μετώπου στα Βαλκάνια, θα ανάγκαζε την Οθωμανική αυτοκρατορία να αποσύρει μέρος των δυνάμεών της από τα πεδία των μαχών και να το στείλει στα Βαλκάνια για να τα υπερασπιστούν, γεγονός που θα τις αποδυνάμωνε και θα τις καθιστούσε ευκολότερα αντιμετωπίσιμες. Η θετική κατάληξη για τη Ρωσία του εν εξελίξει πολέμου, δικαίωσε απόλυτα αυτήν της την απόφαση. Η συμπεριφορά των Ρώσων απέναντι στους Έλληνες για όσο διάστημα παρέμειναν στο Αιγαίο μετά τη νίκη τους στον Τσεσμέ και την απελευθέρωση αρκετών νησιών και πόλεων, ήταν επιεικώς απαράδεκτη. Γι’ αυτούς το απαλλαγμένο από την τουρκική παρουσία Αρχιπέλαγος, δεν θεωρούνταν πλέον μια ελεύθερη θάλασσα που ανήκε στους Έλληνες, αλλά ένα ρωσικό προτεκτοράτο με δούλους, τους πόρους των οποίων είχαν δικαίωμα να απομυζούν κατά το δοκούν. Εγκληματική ήταν κι η ξαφνική φυγή τους μετά την υπογραφή με ευνοϊκούς για τη Ρωσία όρους συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, ενέργεια που άφησε τους δυστυχείς Έλληνες, στεριανούς και νησιώτες, έρμαια της εκδικητικής μανίας των ηττημένων και ταπεινωμένων Τούρκων.

Ερ. Οι Έλληνες είχαν μαζί τους τον Κατσώνη, τον Βαρβάκη και τον Δασκαλογιάννη. Με ποιο τρόπο βοήθησαν ο καθένας στον αγώνα;
Απ. Η συμμετοχή του νεαρού τότε Λάμπρου Κατσώνη στα Ορλωφικά, διήρκησε όσο κι η παραμονή των Ρώσων στο Αιγαίο. Η μεγάλη εθνική δράση του, ωστόσο, εκδηλώθηκε πολύ αργότερα, μετά το 1877. Όταν, με το βαθμό του συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού στον οποίο είχε καταταγεί το 1774, κι επικεφαλής μερικών πλοίων τα οποία του είχε παραχωρήσει η ελληνική ομογένεια της Τεργέστης, επιδόθηκε επί σειρά ετών σε επιδρομές και επιθέσεις κατά των Τούρκων στα Ιόνια νησιά και το Αιγαίο πέλαγος. Η προσφορά του Ιωάννη Βαρβάκη στα Ορλωφικά, (το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Λεοντής), ήταν σημαντικότατη και πολύπλευρη. Σχεδόν με την έναρξη της επανάστασης εκποίησε όλη την περιουσία του την οποία είχε αποκτήσει ασκώντας το επάγγελμα του νόμιμου πειρατή, μετέτρεψε το εμπορικό πλοίο του σε πολεμικό, και το έθεσε στην υπηρεσία του ρωσικού στόλου. Στη συνέχεια, κατόπιν εντολής των αδερφών Ορλώφ τους οποίους γνώρισε επισκεπτόμενος επί τούτου τη Μάνη, εντόπισε με μεγάλη ευκολία τον τουρκικό στόλο στον κόλπο του Τσεσμέ, τον οποίο, έψαχναν ανεπιτυχώς επί εβδομάδες οι Ρώσοι. Στη ναυμαχία που ακολούθησε τον Ιούλιο του 1770, ο Βαρβάκης πυρπόλησε το πλοίο του το οποίο είχε μετατρέψει σε μπουρλότο, συμβάλλοντας μ’ αυτή τη γενναία πράξη στην καταστροφή του τουρκικού στόλου και την ήττα των Τούρκων. Στη συνέχεια, και για όσο διάστημα παρέμειναν οι Ρώσοι στο Αιγαίο, υπηρέτησε σαν απλός ναύκληρος στο στόλο τους, συμμετέχοντας στην απελευθέρωση μιας σειράς νησιών και παράλιων πόλεων. Μετά τη φυγή των Ρώσων, ξανάγινε πειρατής, και λίγο καιρό αργότερα, με περιπετειώδη τρόπο και με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του (για ένα μικρό διάστημα είχε εγκλειστεί ως μελλοθάνατος στις περίφημες φυλακές του Επταπυργίου της Κωνσταντινούπολης), κατόρθωσε να φτάσει στη Ρωσία και να έχει τη γνωστή, κατοπινή εξέλιξη. Ο Δασκαλογιάννης (το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Βλάχος), υποκινούμενος από τους αδερφούς Ορλώφ και με την υπόσχεση ότι θα τον βοηθήσουν με μεγάλη ναυτική και στρατιωτική δύναμη, κήρυξε την άνοιξη του 1770 την επανάσταση στα Σφακιά. Η βοήθεια, όμως, από τους Ρώσους δεν ήρθε ποτέ, κι όπως ήταν αναμενόμενο, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Το τέλος του ίδιου του Δασκαλογιάννη ήταν τραγικό κι εξαιρετικά επώδυνο. Ξεψύχησε δεμένος πάνω σε μια εξέδρα, αφού πρώτα είχε γδαρθεί ζωντανός. Εκτός απ’ αυτούς τους τρεις πολύ γνωστούς, στα Ορλωφικά πήραν μέρος κι αρκετοί άλλοι, μερικοί από τους οποίους ήταν: από την Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα ο Γεροδήμος Σταθάς, ο Χρίστος Γρίβας, ο Κοντογιάννης κι ο Παναγιώτης Παλαμάς, ο γενάρχης των Παλαμάδων από το Μεσολόγγι. Από τη Μακεδονία ο γέρο Ζιάκας, ο Άκαρμος Χατζημάτης κι ο Ιωάννης Φλώρος. Από το Μοριά ο Παναγιώτης Μπενάκης από την Καλαμάτα, ο αρχηγός των Μανιατών οπλαρχηγών Ιωάννης Μαυρομιχάλης (γνωστός σαν Σκυλογιάννης), ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, ο Πανούτσος Νοταράς από την Κορινθία, ο Παλαιών Πατρών Παρθένιος Α’, ο Γκολφίνος Λόντος, ο Ανδρούτσος Ζαΐμης, και πολλοί, πολλοί άλλοι.

Ερ. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε ο Χάραξος Τραπέζης ατρόμητος ναυτικός από τη Λέσβο. Τι πέτυχε κατά τον ξεσηκωμό;
Απ. Ο καπετάν Χάραξος Τραπέζης (Χάραξος ονομαζόταν ένας αδερφός της αρχαίας Λεσβίας λυρικής ποιήτριας, Σαπφούς), ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, είναι ένα φανταστικό πρόσωπο. Ενσαρκώνει τον Έλληνα ραγιά της εποχής, που υπερηφανεύεται για την καταγωγή του, θαυμάζει τους αρχαίους Έλληνες, λατρεύει τον πολιτισμό τους, προσπαθεί με κάθε τρόπο και μέσο που διαθέτει να προστατέψει τους αρχαιοελληνικούς θησαυρούς απ’ αυτούς που τους καταστρέφουν ή να αποτρέψει την εμπορία τους, αγαπά τον αγαθό Τούρκο συντοπίτη του, μισεί ό, τι εκπροσωπεί τον Τούρκο κατακτητή –μισοφέγγαρο, γενίτσαρους, Υψηλή Πύλη, Σουλτάνο-, είναι καλός οικογενειάρχης, ευθύς χαρακτήρας, τίμιος, δίκαιος, ντόμπρος, πράος, λάτρης της ολιγάρκειας, πιστός χριστιανός κι εξαιρετικός ναυτικός. Πήρε μέρος σ’ όλες τις φάσεις της επανάστασης, όμως, η κύρια προσφορά του ήταν ότι κατάφερε να γλιτώσει τους συγχωριανούς του από την εκδικητική μανία των Τούρκων και τις σφαγές που ακολούθησαν μετά τη φυγή των Ρώσων.

Ερ. Γράφετε ότι η «λάγνα Ρωσίδα» εγκατέλειψε τους Έλληνες. Γιατί συνέβη αυτό;
Απ. Η «λάγνα» Ρωσίδα -έτσι χαρακτηρίστηκε από το σύνολο σχεδόν των ιστορικών-, ήταν η Αικατερίνη Β’ η Μεγάλη, η τσαρίνα της εποχής. Η φράση εγκατέλειψε τους Έλληνες, δεν αποδίδει ακριβώς αυτό το οποίο έκανε. Εγκαταλείπω κάποιον σημαίνει ότι είμαι μαζί του και κάποια στιγμή αποφασίζω να φύγω μακριά του, δηλαδή να τον εγκαταλείψω. Η Αικατερίνη Β’ η Μεγάλη, ποτέ δεν ήταν με τους Έλληνες. Ανέκαθεν ήταν με τη Ρωσία και τα συμφέροντα του θρόνου της. Προσποιούνταν ότι είναι σύμμαχος, αρωγός και προστάτιδα των Ελλήνων κι όλων των ορθόδοξων λαών της Βαλκανικής, επειδή αυτό εξυπηρετούσε τα ευρύτερα σχέδιά της.

Ερ. Η επανάσταση του 1770 άναψε μια φλόγα που θα σιγόκαιγε για χρόνια. Μήπως ήταν και ο προάγγελος της επανάστασης του 1821;
Απ. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σαν τέτοιος. Όλα τα αποτυχημένα επαναστατικά κινήματα που προηγήθηκαν του έπους του 1821, πρόσθεσαν το κάτι τις τους στην υπόθεση του Γένους. Μ’ αυτή την έννοια, παρά τα όσα τραγικά ακολούθησαν την αποτυχία του ξεσηκωμού, τα Ορλωφικά δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση.

Ερ. Διαβάζουν σήμερα οι νέοι;
Απ. Νομίζω ναι, κυρίως οι γυναίκες. Κι όσο κι αν φανεί περίεργο, κατά τη γνώμη πολύ περισσότερο απ’ ότι οι προηγούμενες γενιές. Ένα θέμα, βέβαια, είναι τι ακριβώς διαβάζουν και πόση αξία έχει αυτό. Ωστόσο, παρά τις διαφορετικές απόψεις- εκτιμήσεις για το τι είναι καλό βιβλίο, τι είναι λογοτεχνία και τι παραλογοτεχνία, το διάβασμα δεν παύει να είναι διάβασμα.

Ερ. Τι θα προτείνατε στους νέους επίδοξους συγγραφείς που σκέφτονται να γράψουν ιστορικά βιβλία;
Απ. Να ξέρουν ιστορία. Κυρίως αυτήν που αποσιωπήθηκε και συνεχίζει να αποσιωπείται από άγνοια ή ηθελημένα. Αν δεν την ξέρουν, να στρωθούν και να τη μάθουν. Όμως, προσοχή! Με την ιστορία δεν παίζουμε, δεν την προσβάλλουμε, δεν την παραποιούμαι. Τη γράφουμε ή τη χρησιμοποιούμε για τις ανάγκες των γραπτών μας, πάντα με σεβασμό προς την αλήθεια.

Ερ. Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
Απ. Το βιβλίο του Κώστα Δέτσικα, «Καραϊσκάκης», Α και Β τόμος, Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, και το βιβλίο Die Nachtvon Lissabon, (Η νύχτα της Λισσαβόνας), του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ από το γερμανικό πρωτότυπο, εκδόσεις KiWi.

Ερ. Τι ακόμη σχεδιάζετε;
Απ. Είμαι στα τελειώματα ενός νέου ιστορικού-ερωτικού μυθιστορήματος, το οποίο ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα (Μακεδονικός Αγώνας) και τελειώνει στις μέρες μας.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ