Αναρτήθηκε στις:17-06-20 13:31

Συνέντευξη του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Η τακτική του «υπερήφανου γιουρουσιού» στις σχέσεις μας με τους ξένους μάς οδήγησε πάντοτε, μα πάντοτε σε καταστροφές


Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και πρόεδρος του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης & Τεχνολογίας, του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Στο παρελθόν έχει διδάξει στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Επίσης, είναι γραμματέας σύνταξης της Νέας Εστίας και τακτικός αρθρογράφος της Καθημερινής και της Lifo, ραδιοφωνικός παραγωγός της εβδομαδιαίας εκπομπής λόγου «Ιστορίες από τον πρώτο όροφο» στον @Amagi, ενώ διευθύνει και τη σειρά «Ιδέες & Πολιτική» στις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Είναι μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Κύκλου «Άγγελος Δεληβοριάς» υπό την αιγίδα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, καθώς και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών. Είναι συγγραφέας του έργου Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα, 1910-2001 (Εκδ. Εστία, 2019), που μας έδωσε την αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί, και του έργου Από τον «Ανένδοτο» στην «δεξιά-αντιδεξιά». Πολιτικοί και κοινωνικοί διχασμοί στη «μακρά» δεκαετία του 1960 (Εκδ. Καθημερινή, 2019). Τέλος, έχει επιμεληθεί 9 συλλογικούς τόμους, μεταξύ αυτών τον αγγλόφωνο, P. Panayiotopoulos – D.P. Sotiropoulos (eds), Political and Cultural Aspects of Greek Exoticism, Palgrave-Macmillan (Ιούλιος 2019).


Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου «Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους, 1910-2001» (εκδόσεις Εστία);


Είναι μια συνολική προβληματική που διαμορφώθηκε βήμα-βήμα μέσα από την συστηματική μελέτη επιμέρους πτυχών του αντικειμένου μου όλα αυτά τα χρόνια των ερευνών μου, και σε αυτό με βοήθησε πολύ ότι δοκίμαζα συχνά τις ερμηνείες μου σε διαφορετικό κοινό κάθε φορά, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, διαλέξεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, σεμινάρια, τακτική αρθρογραφία σε έντυπα κλπ. Κι έτσι, τα σχήματά μου ωρίμαζαν και εκλεπτύνονταν με τον χρόνο. Ωστόσο, εκείνο που ομολογουμένως επέδρασε καταλυτικά στην τελική συγγραφή του βιβλίου ήταν η εμπειρία της δεκαετούς κρίσης της χώρας, η οποία μου προσέφερε ένα προνομιούχο παρατηρητήριο, καθώς είδα την ιστορία μας να ξαναπαίζεται, με έναν τρόπο, σε γρήγορη κίνηση. Λέω “προνομιούχο” διότι παρά τις τρομερά επώδυνες συνέπειες της κρίσης, τέτοιες καταστάσεις αποτελούν μοναδικές ευκαιρίες για έναν κοινωνικό επιστήμονα προκειμένου να δει μπροστά στα μάτια του πως δουλεύει το πολιτικοκοινωνικό εργαστήριο μιας χώρας αλλά και πώς το επηρεάζει το διεθνές πλαίσιο. Κοιτάξτε, οι κρίσεις είναι τεράστιες ευκαιρίες για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση, δεν γίνεται άλλωστε να προχωρήσεις μπροστά χωρίς να περάσεις μέσα από τέτοιες στενωπούς, είτε πρόκειται για άτομα είτε για λαούς και κράτη, κυρίως όταν βιώνουν δομικές στρεβλώσεις που στέκονται εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό. Και γι΄ αυτό άλλωστε θα προσέξατε ίσως ότι οψίμως οι ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του ελληνικού κράτους έχουν αλλάξει σημαντικά, και πλέον δεν μιλάμε με τους παλιούς όρους της “εξάρτησης” και της “υπανάπτυξης” αλλά αντιθέτως για ένα κράτος που, μέσα φυσικά από τις αντιφάσεις του και τις παλινωδίες του, κατάφερε να διανύσει μια μάλλον εντυπωσιακή πορεία προόδου τους δύο αιώνες της ύπαρξής τους, σε δυναμικό διάλογο πάντοτε με τα ξένα, δυτικά πρότυπά του τα οποία ακολουθούσε πιστά, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη καθυστέρηση, θα έλεγα. Θα μπορούσαμε εν μέρει αυτή τη νέα ματιά να την χαρακτηρίσουμε και ως αλλαγή παραδείγματος, και σε αυτή την κατεύθυνση κινείται ακριβώς και η δική μου συμβολή στη συζήτηση.

Η διαδικασία του κρατικού εκσυγχρονισμού ουσιαστικά ξεκινά, γράφετε, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ποιες ήταν οι τομές που άλλαξαν την πολιτική της Ελλάδας;


Πράγματι, οι βενιζελικοί είναι οι βασικοί διαμορφωτές του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι βαυαροί μετά την ανεξαρτησία έστησαν μεν τους ιδρυτικούς θεσμούς του νέου κράτους ενώ ο Χ. Τρικούπης ήταν ο πρώτος το 19ο αιώνα που επιχείρησε να θέσει τις προτεραιότητες του κρατικού εκσυγχρονισμού αλλά οι αντικειμενικές δυνατότητες της χώρας ήταν ακόμη περιορισμένες, εξ ού και η χρεωκοπία του 1893. Αλλά αυτό που επιχειρεί και καταφέρνει ο βενιζελισμός από το 1910 και μετά (ιδίως βέβαια την δεκαετία του 1910) είναι ένα καθαρό εγχείρημα αστικού εκσυγχρονισμού σε όλα τα επίπεδα μάλιστα, στους πολιτικούς θεσμούς, στο στρατό, στην οικονομία, στην αγροτική πολιτική, στην εκπαίδευση, στην οργάνωση των πόλεων κλπ. Είναι φοβερά εντυπωσιακό, αν σκεφθεί μάλιστα κανείς με τι προκλήσεις έρχονται αντιμέτωποι οι άνθρωποι εκείνοι στην εποχή τους: βαλκανικοί πόλεμοι και Α' παγκόσμιος, την πολυπλοκότητα της ενσωμάτωσης των Νέων Χωρών, εθνικός διχασμός που ουσιαστικά κρατά για μια 20ετία, προσφυγική κρίση τεραστίων διαστάσεων μετά την μικρασιατική καταστροφή, παγκόσμια οικονομική κρίση μετά το 1929. Κι όμως, παρά τις συνεχείς εσωτερικές πολιτικές αναταράξεις, η παρακαταθήκη του βενιζελικού εκσυγχρονισμού είναι μοναδική για τον ελληνικό 20ό αιώνα. Βεβαίως, πρόκειται και για μια ελίτ πολύ υψηλών προδιαγραφών, όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο αλλά παντού όπου στελεχώνει το κράτος: στο στρατό, την οικονομία, την εκπαίδευση, την πολεοδομία, την βιομηχανία. Μένει κανείς άναυδος από την τεχνοκρατική τους επάρκεια αλλά και την φιλοπατρία τους, την διάθεσή τους δηλαδή να συνδράμουν στην εθνική υπόθεση. Δεν γίνονται ποτέ οι όποιες μεταρρυθμίσεις από μόνες τους, κάποια πρόσωπα πρέπει κάθε φορά να αναλάβουν την ευθύνη.

Γιατί η Μεγάλη Ιδέα κατελάμβανε τότε κεντρική θέση;


Η Μεγάλη Ιδέα είναι πράγματι η κινητήρια ιδεολογία για το ελληνικό κράτος σχεδόν από την πρώτη στιγμή της ανεξαρτησίας, και σε αυτό συμφωνούν άπαντες στο εσωτερικό, άσχετα αν δεν υπάρχει πάντα ομοφωνία ως προς το ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να επιτευχθεί. Οι λόγοι πάντως που η Μ. Ιδέα αναδεικνύεται σε παράγοντα τέτοιας σημασίας είναι ιστορικοί και πολιτικοί. Καταρχάς, η επικράτεια του πρώτου ελληνικού κράτους είναι μικρή και δεν περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των ελληνοφώνων ορθοδόξων της αυτοκρατορίας που παραμένουν μετά το 1830 υπήκοοι του Σουλτάνου. Υπάρχει δηλαδή σοβαρή αναντιστοιχία ελληνικής επικράτειας και ελληνικών πληθυσμών. Αυτοί οι εκτός επικράτειας πληθυσμοί βρίσκονται διεσπαρμένοι σε έναν μεγάλο γεωγραφικό χώρο, σε νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου καθώς και στις δύο ηπείρους, την ευρωπαϊκή και την ασιατική, και μάλιστα ειδικά εκείνοι της Μακεδονίας αισθάνονται την πίεση και των υπόλοιπων αναδυόμενων εθνικισμών από τα εθνικά κράτη που προκύπτουν από την σταδιακή διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Υπάρχει όμως κι ένα βασικό ζήτημα που έχει να κάνει με το μέχρι που εκτείνονται τα δυνητικά όρια του κράτους, αυτό δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο. Εκεί είναι που το θέμα γίνεται πολιτικό και φθάνει μάλιστα να γίνει και αντικείμενο εθνικού διχασμού: έτσι, οι μεν βενιζελικοί προκρίνουν το όραμα μιας “μεγάλης” Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ενώ οι φιλοβασιλικοί είναι υπέρ της “μικράς αλλά εντίμου Ελλάδος”. Το ίδιο συμβαίνει και με το κυπριακό μεταπολεμικά, επ' αφορμή του διλήμματος, ένωση με την “μητέρα πατρίδα” ή ανεξαρτησία του νησιού. Έτσι, η Μ. Ιδέα έχει μια διττή φύση για το εθνικό φαντασιακό: από τη μία ενώνει, από την άλλη όμως μπορεί και να διχάζει, και μάλιστα βαθιά. Στην πραγματικότητα, η ιστορία αυτή ολοκληρώνεται όχι με την μικρασιατική καταστροφή αλλά με την κυπριακή τραγωδία το 1974. Και οι δύο αυτές πολύ επώδυνες ήττες αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν “εθνικά δίκαια” και ότι δεν μετρά τόσο η “ιδέα”, όσο η υλοποίησή της στην πολιτική, δηλαδή το αν έχεις συγκροτημένο και κυρίως ρεαλιστικό σχέδιο στις διεκδικήσεις σου ως κράτος. Η τακτική του “υπερήφανου γιουρουσιού” στις σχέσεις μας με τους ξένους, μας οδήγησε πάντοτε, μα πάντοτε σε καταστροφές. Η διεθνής σκηνή δεν προσφέρεται για “υπερήφανες διαπραγματεύσεις”, αλλά για πραγματιστικές διεκδικήσεις που εξαρτώνται, έτσι κι αλλιώς, από το ποιο είναι το ειδικό βάρος του κάθε κράτους διεθνώς και ποιες οι συμμαχίες του.

Με το τέλος της Μικρασιατικής Καταστροφής η Ελλάδα υποδέχεται τους πρόσφυγες και μοιάζει σαν να είναι ένα καράβι που κλυδωνίζεται. Ποια ήταν τα σχέδια ανοικοδόμησης και ανάπτυξης της Ελλάδας;


Είναι μια τρομερή πρόκληση αυτή, για τα παγκόσμια δεδομένα πρέπει να πω, όχι μόνο για τα στενά ελληνικά. Δεν έχει υπάρξει ξανά ως τότε στην παγκόσμια ιστορία τέτοια συμπεφωνημένη και οργανωμένη ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε δύο κράτη. Προσπαθήστε να φανταστείτε: ξαφνικά μια χώρα των περίπου 6 εκατ. πληθυσμού καλείται να υποδεχτεί και να εντάξει κοινωνικο-οικονομικά 1,3 εκατ. πρόσφυγες. Πως θα γίνει αυτό, ουδείς γνωρίζει ακριβώς. Κι όμως, η κινητοποίηση του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, με την οικονομική συνδρομή και την καθοδήγηση φυσικά της Κοινωνίας των Εθνών αποδεικνύεται πολύ αποτελεσματική. Η εν Ελλάδι Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων έχει μεν επικεφαλής έναν Αμερικανό αλλά ουσιαστικά τη δουλειά στο πεδίο την φέρνει εις πέρας το ελληνικό κράτος και τα στελέχη του. Καταφέρνει δε να ολοκληρώσει το τιτάνιο αυτό έργο με μεγάλη επιτυχία, ιδίως στην ύπαιθρο, μέσα σε μόλις μια επταετία! Ταυτόχρονα μάλιστα προχωρά και την μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση που εκκρεμεί ουσιαστικά από την ελληνική επανάσταση και είναι και η προϋπόθεση κιόλας της αποκατάστασης των προσφύγων. Τρομερής περιπλοκότητας μεταρρύθμιση που επίσης τη φέρει αισίως εις πέρας. Κάντε τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με το σήμερα: εμείς τώρα έχουμε να αποκαταστήσουμε λιγότερους από 80 χιλιάδες νέους πρόσφυγες και μετανάστες, και δεν έχουμε καταφέρει ακόμη τα στοιχειώδη.


Αναφέρετε ότι τα δικά μας δεινά δεν μπορούν να συγκριθούν στο ελάχιστο με εκείνα τα οποία καλούνταν να διαχειρισθεί το ελληνικό κράτος των Βαλκανικών Πολέμων, του Εθνικού Διχασμού και του Μεσοπολέμου. Μπορείτε να αιτιολογήσετε την γνώμη σας;


Όπως μόλις εξήγησα και με το παράδειγμα της υποδοχής και ένταξης των μικρασιατών προσφύγων, οι σημερινές μας δυσκολίες είναι ουσιαστικά μικρότερες, χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό ότι είναι αμελητέες. Αναλογιστείτε με τι έχει να παλέψει το κράτος της περιόδου 1910-1940: επανειλημμένα προνουντσιαμέντα και δικτατορίες, μια παρατεταμένη πολιτική κρίση που χωρίζει για τριάντα χρόνια την κοινωνία στα δύο, καθολική καταστροφή της πόλης της Θεσσαλονίκης από την πυρκαγιά του 1917, διαρκή πολεμική κινητοποίηση από το 1912 ως το 1922, η μικρασιατική καταστροφή, η χρεοκοπία του 1932 κ.ά. Παρ' όλ' αυτά ή ίσως ακριβώς επειδή πρόκειται για τέτοιες αδιανόητες προκλήσεις, η ελληνική κοινωνία του μεσοπολέμου αναγκάζεται να κινητοποιήσει όλο το ανθρώπινο κεφάλαιό της, κι εντέλει αποδεικνύεται από τις πιο δυναμικές και ενδιαφέρουσες του ελληνικού 20ού αιώνα. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, μέχρι τη δεκαετία του '80 ή και μέχρι σήμερα, με έναν τρόπο, εξακολουθούμε να προσδιοριζόμαστε από τα διανοητικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα της περίφημης γενιάς του '30. Μιας γενιάς ασύλληπτης ποιότητας. Είναι αυτοί οι άνθρωποι εξάλλου που κινητοποιούνται με ενθουσιασμό το '40 και κερδίζουν τον πόλεμο με τους στρατιωτικά υπέρτερους Ιταλούς. Άλλη μια καταπληκτική στιγμή που δείχνει το δυναμισμό κοινωνίας και κράτους της περιόδου αυτής. Οι σημερινές μας προκλήσεις είναι διαφορετικές πάντως για τα κράτη και τις κοινωνίες. Οι δικές μας συλλογικές απειλές, όπως αποδεικνύεται και από τα πρόστατα γεγονότα, είναι συχνά αόρατες: πανδημίες, κλιματική αλλαγή, κυβερνοεπιθέσεις, τρομοκρατία ή και παλιές απειλές που όμως εκδηλώνονται με νέα μέσα, όπως ένας υβριδικός πόλεμος που δεν γίνεται με τα παραδοσιακά στρατιωτικά μέσα. Για την αντιμετώπισή τους και την προσαρμογή των κοινωνιών στη νέα εποχή απαιτείται η συνδρομή της επιστήμης καθώς και υψηλή τεχνογνωσία, εξ ου και τα κράτη πρέπει να προσαρμοστούν γρήγορα αν δεν θέλουν να δουν την σταδιακή παρακμή τους. Έχουμε όμως σήμερα το πλεονέκτημα της πολιτικής σταθερότητας και φυσικά της τρομερής προόδου της τεχνολογίας και όλων των επιστημών που έχουν να προσφέρουν πολλές και άμεσες λύσεις. Είμαστε θεωρητικά καλύτερα προετοιμασμένοι.

Σημαντική είναι η ανάπτυξη του ελληνικού κράτους στη μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1973. Πώς έγινε αυτή η αλματώδης πρόοδος;


Είναι γεγονός αυτό, αναφορικά όμως με την περίοδο μετά το 1952-3, διότι προηγουμένως η ξένη κατοχή και ο εμφύλιος είναι πηγή τεράστιων δεινών και καταστροφών για την χώρα. Οι βασικές προϋποθέσεις της μεταπολεμικής ανάπτυξης τίθενται πάντως μετά το 1947, αρχικά με την αμερικανική βοήθεια και το Σχέδιο Μάρσαλ. Παρότι παραμένει ερώτημα αν η αμερικανική βοήθεια είχε καθαρά αναπτυξιακό χαρακτήρα, το θέμα είναι ότι χωρίς αυτή την παρέμβαση των ΗΠΑ, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της ανοικοδόμησης, διότι η καταστροφή από τον πόλεμο ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας ειδικά στην ελληνική περίπτωση. Αλλά και διότι η ελληνική κοινωνία παρέμενε αγροτική και παραδοσιακή, δηλαδή κοινωνία της επιβίωσης ακόμη. Εν συνεχεία, βέβαια από την δεκαετία του '50 και μετά, και όσο οι Αμερικανοί αρχίζουν να εμπλέκονται λιγότερο και να στηρίζουν πιο περιορισμένα την χώρα οικονομικά (περιορίζονται στην στρατιωτική βοήθεια κυρίως), το έργο της ανάπτυξης γίνεται ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων. Και πρέπει να πούμε ότι τα αναπτυξιακά σχέδια που εκπονήθηκαν μεταπολεμικά, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70 (η δικτατορία απλώς ακολούθησε την πεπατημένη, αν κι επί το χείρον), οδήγησαν σε μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας, τοποθετώντας την στο κλαμπ των πιο αναπτυγμένων του πλανήτη. Ο κόσμος του 1950, ιδίως στην ελληνική ύπαιθρο, μοιάζει αρκετά ακόμη με τον κόσμο του 19ου. Αντίθετα, ήδη από την δεκαετία του '80 και ακόμη περισσότερο την δεκαετία του '90, δεν θυμίζει σε τίποτε τη δεκαετία του '50. Πολύ περισσότερο μάλιστα που μετά το 1974 αποκαταστάθηκαν πλήρως και εκείνα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που βρίσκονταν σε περιστολή μετά τον εμφύλιο. Μπορούμε δηλαδή να μιλάμε από εκεί και μετά για μια ώριμη δημοκρατία σε συνθήκες αφθονίας που διασφάλιζε μάλιστα την ανοδική κοινωνική κινητικότητα για τους περισσότερους. Ασφαλώς, εκείνο που υστερούσε σε εκσυγχρονιστική πρόοδο ήταν το ίδιο το κράτος και οι υπηρεσίες του, ακόμη και μετά το 1974, μόνο που αυτό δεν είχε να κάνει με τους περιορισμένους πόρους του αλλά κυρίως με διάφορες ισχυρές ομάδες συμφερόντων που το απομυζούσαν συστηματικά μέχρι πρόσφατα κιόλας.


$$Αναφέρετε ότι τα δικά μας δεινά δεν μπορούν να συγκριθούν στο ελάχιστο με εκείνα τα οποία καλούνταν να διαχειρισθεί το ελληνικό κράτος των Βαλκανικών Πολέμων, του Εθνικού Διχασμού και του Μεσοπολέμου. Μπορείτε να αιτιολογήσετε την γνώμη σας;##
Όπως μόλις εξήγησα και με το παράδειγμα της υποδοχής και ένταξης των μικρασιατών προσφύγων, οι σημερινές μας δυσκολίες είναι ουσιαστικά μικρότερες, χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό ότι είναι αμελητέες. Αναλογιστείτε με τι έχει να παλέψει το κράτος της περιόδου 1910-1940: επανειλημμένα προνουντσιαμέντα και δικτατορίες, μια παρατεταμένη πολιτική κρίση που χωρίζει για τριάντα χρόνια την κοινωνία στα δύο, καθολική καταστροφή της πόλης της Θεσσαλονίκης από την πυρκαγιά του 1917, διαρκή πολεμική κινητοποίηση από το 1912 ως το 1922, η μικρασιατική καταστροφή, η χρεοκοπία του 1932 κ.ά. Παρ' όλ' αυτά ή ίσως ακριβώς επειδή πρόκειται για τέτοιες αδιανόητες προκλήσεις, η ελληνική κοινωνία του μεσοπολέμου αναγκάζεται να κινητοποιήσει όλο το ανθρώπινο κεφάλαιό της, κι εντέλει αποδεικνύεται από τις πιο δυναμικές και ενδιαφέρουσες του ελληνικού 20ού αιώνα. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, μέχρι τη δεκαετία του '80 ή και μέχρι σήμερα, με έναν τρόπο, εξακολουθούμε να προσδιοριζόμαστε από τα διανοητικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα της περίφημης γενιάς του '30. Μιας γενιάς ασύλληπτης ποιότητας. Είναι αυτοί οι άνθρωποι εξάλλου που κινητοποιούνται με ενθουσιασμό το '40 και κερδίζουν τον πόλεμο με τους στρατιωτικά υπέρτερους Ιταλούς. Άλλη μια καταπληκτική στιγμή που δείχνει το δυναμισμό κοινωνίας και κράτους της περιόδου αυτής. Οι σημερινές μας προκλήσεις είναι διαφορετικές πάντως για τα κράτη και τις κοινωνίες. Οι δικές μας συλλογικές απειλές, όπως αποδεικνύεται και από τα πρόστατα γεγονότα, είναι συχνά αόρατες: πανδημίες, κλιματική αλλαγή, κυβερνοεπιθέσεις, τρομοκρατία ή και παλιές απειλές που όμως εκδηλώνονται με νέα μέσα, όπως ένας υβριδικός πόλεμος που δεν γίνεται με τα παραδοσιακά στρατιωτικά μέσα. Για την αντιμετώπισή τους και την προσαρμογή των κοινωνιών στη νέα εποχή απαιτείται η συνδρομή της επιστήμης καθώς και υψηλή τεχνογνωσία, εξ ου και τα κράτη πρέπει να προσαρμοστούν γρήγορα αν δεν θέλουν να δουν την σταδιακή παρακμή τους. Έχουμε όμως σήμερα το πλεονέκτημα της πολιτικής σταθερότητας και φυσικά της τρομερής προόδου της τεχνολογίας και όλων των επιστημών που έχουν να προσφέρουν πολλές και άμεσες λύσεις. Είμαστε θεωρητικά καλύτερα προετοιμασμένοι.

$$Σημαντική είναι η ανάπτυξη του ελληνικού κράτους στη μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1973. Πώς έγινε αυτή η αλματώδης πρόοδος;##
Είναι γεγονός αυτό, αναφορικά όμως με την περίοδο μετά το 1952-3, διότι προηγουμένως η ξένη κατοχή και ο εμφύλιος είναι πηγή τεράστιων δεινών και καταστροφών για την χώρα. Οι βασικές προϋποθέσεις της μεταπολεμικής ανάπτυξης τίθενται πάντως μετά το 1947, αρχικά με την αμερικανική βοήθεια και το Σχέδιο Μάρσαλ. Παρότι παραμένει ερώτημα αν η αμερικανική βοήθεια είχε καθαρά αναπτυξιακό χαρακτήρα, το θέμα είναι ότι χωρίς αυτή την παρέμβαση των ΗΠΑ, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της ανοικοδόμησης, διότι η καταστροφή από τον πόλεμο ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας ειδικά στην ελληνική περίπτωση. Αλλά και διότι η ελληνική κοινωνία παρέμενε αγροτική και παραδοσιακή, δηλαδή κοινωνία της επιβίωσης ακόμη. Εν συνεχεία, βέβαια από την δεκαετία του '50 και μετά, και όσο οι Αμερικανοί αρχίζουν να εμπλέκονται λιγότερο και να στηρίζουν πιο περιορισμένα την χώρα οικονομικά (περιορίζονται στην στρατιωτική βοήθεια κυρίως), το έργο της ανάπτυξης γίνεται ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων. Και πρέπει να πούμε ότι τα αναπτυξιακά σχέδια που εκπονήθηκαν μεταπολεμικά, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70 (η δικτατορία απλώς ακολούθησε την πεπατημένη, αν κι επί το χείρον), οδήγησαν σε μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας, τοποθετώντας την στο κλαμπ των πιο αναπτυγμένων του πλανήτη. Ο κόσμος του 1950, ιδίως στην ελληνική ύπαιθρο, μοιάζει αρκετά ακόμη με τον κόσμο του 19ου. Αντίθετα, ήδη από την δεκαετία του '80 και ακόμη περισσότερο την δεκαετία του '90, δεν θυμίζει σε τίποτε τη δεκαετία του '50. Πολύ περισσότερο μάλιστα που μετά το 1974 αποκαταστάθηκαν πλήρως και εκείνα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που βρίσκονταν σε περιστολή μετά τον εμφύλιο. Μπορούμε δηλαδή να μιλάμε από εκεί και μετά για μια ώριμη δημοκρατία σε συνθήκες αφθονίας που διασφάλιζε μάλιστα την ανοδική κοινωνική κινητικότητα για τους περισσότερους. Ασφαλώς, εκείνο που υστερούσε σε εκσυγχρονιστική πρόοδο ήταν το ίδιο το κράτος και οι υπηρεσίες του, ακόμη και μετά το 1974, μόνο που αυτό δεν είχε να κάνει με τους περιορισμένους πόρους του αλλά κυρίως με διάφορες ισχυρές ομάδες συμφερόντων που το απομυζούσαν συστηματικά μέχρι πρόσφατα κιόλας.

diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ