Αναρτήθηκε στις:04-11-20 13:39

Συνέντευξη του Φρανκ Γκολντάμερ στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Για να με εμπνεύσει κάποιο μέρος πρέπει να έχει άγριες πλευρές, αντιφάσεις, ασυμφωνίες, σκοτεινές πτυχές δίπλα στην ομορφιά του



Ο Φρανκ Γκολντάμερ γεννήθηκε το 1975 στη Δρέσδη, όπου και ζει με τα δίδυμα παιδιά του. Είναι επαγγελματίας ζωγράφος και αγαπά τη συγγραφή – γράφει από την ηλικία των είκοσι ετών. Έγινε γνωστός με την αστυνομική σειρά του με ήρωα τον επιθεωρητή Μαξ Χέλερ, ο οποίος πρωταγωνιστεί και στο μυθιστόρημα Το τέρας (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου, Εκδόσεις Κλειδάριθμος 2019), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Καθώς το Τρίτο Ράιχ καταρρέει, ένα ακρωτηριασμένο πτώμα ανακαλύπτεται στη Δρέσδη. Είναι συνηθισμένο να διαπράττονται εγκλήματα ποινικού δικαίου στη διάρκεια ενός πολέμου;


Οι πόλεμοι φέρνουν συχνά στην επιφάνεια φριχτούς εγκληματίες, που χρησιμοποιούν τις συνθήκες για να καλύψουν τις πράξεις τους. Είμαι βέβαιος ότι πολλές δολοφονίες που συνέβησαν στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ. Όμως ακόμα και στην κορύφωση των μαχών, το γραφειοκρατικό σύστημα του ναζιστικού κράτους λειτουργούσε. Μια μέρα μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, το ταχυδρομείο συνέχισε να παραδίδει τα γράμματα και η αστυνομία συνέχιζε να ερευνά υποθέσεις παραβατικές και φόνους αναζητώντας τους ενόχους, ακόμα κι αν το ανθρώπινο δυναμικό της ήταν μειωμένο.

Για ποιον λόγο ο επιθεωρητής Μαξ Χέλερ αναλαμβάνει αυτή την υπόθεση;


Δεν είναι δική του επιλογή, του ανατίθεται να αναλάβει επικεφαλής της έρευνας. Όμως είναι παθιασμένος με τη δουλειά του κι έχει ορκιστεί να βρει και να στείλει στη δικαιοσύνη τον δράστη, δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο ένοχος θα αποφύγει τις συνέπειες του νόμου και, καθώς έρχεται σε επαφή με τις συνθήκες θανάτου μιας γυναίκας, τα γεγονότα τον επηρεάζουν τόσο βαθιά, ώστε χάνει τον ύπνο του.

Ο δράστης του εγκλήματος είναι κάποιος άντρας που αποκαλείται «Το τέρας». Από πού προήλθε αυτός ο χαρακτηρισμός και γιατί διαλέξατε αυτό το όνομα για τον εγκληματία του βιβλίου σας;


Σε περιόδους πολέμων συχνά δημιουργούνται θρύλοι, είναι μια μείξη φαντασίας, ευσεβών πόθων και φόβου. Πολλοί άνθρωποι είχαν πιστέψει στο «υπερόπλο» που υποτίθεται ότι διέθεταν οι ναζί κι άλλοι πάλι έβλεπαν τον Χίτλερ στα όνειρά τους. Υπήρχαν φήμες για κάποιο σκοτεινό πλάσμα που περιφερόταν στους ζοφερούς δρόμους αναζητώντας θύματα. Κάποιοι αποκαλούσαν αυτό το πλάσμα «Το Μαύρο Φάντασμα», άλλοι πάλι το έλεγαν «Το τέρας». Όταν άκουγες ήχους από κάτι που κινούνταν στο σπίτι τη νύχτα ή όταν η πόρτα σου έτριζε απειλητικά, ήταν εύκολο να φαντάζεσαι τέτοια πράγματα.

To σκηνικό στο οποίο τοποθετείτε τους ήρωές σας είναι ένα περιβάλλον ένδειας, όπου οι άνθρωποι παλεύουν για την καθημερινή τους επιβίωση. Πώς κατάφεραν οι κάτοικοι της Δρέσδης να τα βγάλουν πέρα μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες;


Ο Χίτλερ είχε δουλέψει για πολλά χρόνια με την ψυχολογία του γερμανικού λαού, προετοιμάζοντας τις μάζες για τον πόλεμο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι κάτοικοι της Δρέσδης και των άλλων γερμανικών πόλεων υπέμεναν τις κακουχίες χωρίς διαμαρτυρία. Στην πραγματικότητα, αν και υπήρχε δελτίο στα τρόφιμα πάντα έβρισκες κάτι, οι άνθρωποι δεν πείνασαν και για μερικά προϊόντα όπως ο καφές ή το μέλι βρέθηκαν ντόπια υποκατάστατα. Για όσους ζούσαν στη Δρέσδη, ο πόλεμος ήταν κάτι που συνέβαινε κάπου μακριά κι αφορούσε εκείνους που μάχονταν, άκουγαν γι’ αυτόν στο ραδιόφωνο και διάβαζαν τα νέα στις εφημερίδες, όμως τουλάχιστον στο ξεκίνημα δεν τους επηρέασε άμεσα. Γι’ αυτό και η καταστροφή της Δρέσδης σόκαρε πολλούς. Όπως συνέβη σε πολλές γερμανικές πόλεις, οι άνθρωποι άρχισαν να υποφέρουν πραγματικά μετά το τέλος του πολέμου.

Ζείτε στη Δρέσδη και γράφετε βιβλία που την κάνουν διάσημη σ’ όλο τον κόσμο. Πώς αισθάνονται γι’ αυτό οι συμπολίτες σας;


Νομίζω ότι οι συμπολίτες μου βλέπουν τον εαυτό τους στις ιστορίες μου να απεικονίζεται μ’ έναν έντιμο και θετικό τρόπο. Τις συνιστούν κιόλας σε ανθρώπους που δεν κατάγονται από τη Δρέσδη. Κι αυτό το θεωρώ κολακευτικό, διότι οι άνθρωποι εδώ μπορούν εύκολα να προσβληθούν, αν κάτι δεν τους αρέσει. Έχω την εντύπωση ότι η οικογένειά μου και οι φίλοι μου είναι αρκετά περήφανοι για μένα, ιδιαίτερα οι γονείς μου.

Πόσο σας εμπνέει η πόλη σας στη συγγραφή;


Η ζωή μου συνδέεται βαθιά με την πόλη μου, οι περισσότερες από τις αναμνήσεις της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας σχετίζονται με γεγονότα που συνέβησαν εδώ. Για να με εμπνεύσει κάποιο μέρος πρέπει να έχει άγριες πλευρές, αντιφάσεις, ασυμφωνίες, σκοτεινές πτυχές δίπλα στην ομορφιά του. Η Δρέσδη μού τα προσφέρει όλα.

Η σειρά των βιβλίων σας με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Μαξ Χέλερ είναι μια εκδοτική επιτυχία. Πώς νιώθει ένας συγγραφέας βλέποντας το κοινό ν’ αγκαλιάζει το έργο του;


Δυστυχώς, είμαι από κείνους που δεν μπορούν να χαρούν για πολύ με τις επιτυχίες του παρελθόντος. Έχω πάντα την αγωνία για το επόμενο βιβλίο, αναρωτιέμαι αν θα αρέσει στους αναγνώστες μου, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι εκπληκτικό αυτό που νιώθεις όταν γνωρίζεις ότι το βιβλίο σου έφτασε σε τόσους ανθρώπους, και μάλιστα έξω από τη χώρα σου. Υπάρχουν στιγμές που πραγματικά συγκινούμαι.

Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ποια είναι η διαδικασία σύλληψης της πλοκής του;


Τις περισσότερες φορές, φτιάχνω μια υπόθεση κι έπειτα σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να είχε συμβεί. Ερευνώ το τεχνικό και ιστορικό υπόβαθρο χρησιμοποιώντας υλικό από αυτόπτες μάρτυρες, αστυνομικούς και υπεύθυνους αρχείων. Κι ακόμα, υπάρχουν τα πραγματικά εγκλήματα για τα οποία μαθαίνω και τα οποία μου προσφέρουν πολλές ιδέες.

Ασκείτε δυο επαγγέλματα: τη μέρα ζείτε από τη ζωγραφική και την επιμέλεια πινάκων, τα βράδια ακολουθείτε το πάθος σας γράφοντας. Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την καθημερινή σας εργασία από αυτό που κάνετε στον ελεύθερο χρόνο σας;


Είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι. Ο τόνος και ο ρυθμός τους έχουν τεράστια διαφορά. Η λογοτεχνία μού προσφέρει την εκτίμηση που δεν μπορεί να μου δώσει η καθημερινή μου εργασία. Από την άλλη μεριά, η δουλειά της συγγραφής μπορεί να συγκριθεί με μια χειρωνακτική εργασία – και στις δυο περιπτώσεις αυτά που μετρούν είναι η πειθαρχία, η εργατικότητα και η επιμονή, η δημιουργικότητα και στις δυο περιπτώσεις παίζει μικρό ρόλο.

Πόσο σημαντικό για τη ζωή σας είναι το γράψιμο;


Πάρα πολύ σημαντικό – μπορώ να το συγκρίνω με την αναπνοή και τον ύπνο μου, αν δεν μπορούσα να γράψω δεν ξέρω τι θα έκανα.

Ποιους Γερμανούς συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών θα προτείνατε στους Έλληνες αναγνώστες;


Για να πω την αλήθεια δεν διαβάζω αστυνομικά βιβλία, όμως υπάρχει μια σειρά που αγαπώ: «Balthasar Matzbach» του Gisbert Haefs. O Matzbach είναι ένας παχουλός δανδής, πάρα πολύ έξυπνος, στωικός και εύγλωττος. Οι υποθέσεις αυτών των βιβλίων είναι αληθινά ευφυείς και διασκεδαστικές.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη χώρα μας;


Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω έρθει ποτέ στην Ελλάδα. Έχω βέβαια τη δικαιολογία ότι δεν ταξιδεύω σχεδόν καθόλου, όμως ενδιαφέρομαι πραγματικά για την ελληνική αρχαιότητα και την ελληνική μυθολογία, η οποία νομίζω έχει έξοχα αποδοθεί στο έργο Mythos του Stephen Fry. H επαφή μου με τους Έλληνες περιορίζεται προς το παρόν στα δυο θαυμάσια ελληνικά εστιατόρια της Δρέσδης, όπου τρώω τακτικά, μάλιστα έμαθα πρόσφατα από τους ιδιοκτήτες τους ότι τα ελληνικά σχολεία τα κατάφεραν πολύ καλύτερα από τα γερμανικά στην οργάνωση μαθημάτων κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Απόστολος Σπυράκης




diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ