Αναρτήθηκε στις:09-04-26 15:25

Αθηνά Αραπάκη: Η ποίηση ως πράξη σύνδεσης και παρηγοριάς - Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Η Αθηνά Αραπάκη γεννήθηκε το 1997 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στην ειδική αγωγή και τις μαθησιακές δυσκολίες. Το Σώμα σαν σπίτι (εκδόσεις Θράκα) είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή.

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;


Παιδικά και εφηβικά βιβλία. Μεγαλώνοντας, είχα μεγάλη αδυναμία στον Ευγένιο Τριβιζά και την Άλκη Ζέη. Μου άρεσε επίσης, πολύ, ο Μικρός Νικόλας και τα κόμικς. Ακόμη συλλέγω.

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;


Πάντα πειραματιζόμουν με ιστοριούλες γιατί είχα μια ανάγκη να αποτυπώνω εικόνες. Σταθερά άρχισα να γράφω όταν πέρασα στην σχολή, και όταν αποφοίτησα έκανα κάποια σεμινάρια πάνω στην θεατρική συγγραφή και την διασκευή πεζού σε θεατρικό κείμενο. Νομίζω τότε ήταν που άρχισα να το βλέπω και εγώ πιο σοβαρά.

Και οι πρώτες δημοσιεύσεις;


Τον Απρίλη του 2021 που κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Στοχαστής. Ακολούθησε μια δημοσίευση στο Poetix, το ποιητικό περιοδικό του Ντίνου Σιώτη, και η δεύτερη συλλογή μου τον Δεκέμβρη του 2022, πάλι από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή σας ΣΩΜΑ ΣΑΝ ΣΠΙΤΙ, εκδόσεις ΘΡΑΚΑ;


Δεν υπήρξε πραγματικά αφορμή για την έκδοση. Πολύ συνειδητά πια γράφω ποιήματα με σκοπό να κυκλοφορήσουν όταν ωριμάσουν μέσα μου. Αφορμή για την συγγραφή του βιβλίου, πάντως, υπήρξε ένα μέιλ που έλαβα τον Γενάρη του 2023. Όλα τα ποιήματα συνδέονται λίγο πολύ με αυτό. Η συγκεκριμένη επικοινωνία πυροδότησε μια σειρά από αλλαγές που με έκαναν να συναντήσω περισσότερο από κάθε φορά τους άλλους και τον ίδιο μου τον εαυτό.

Λέτε: «Μεγάλο πράγμα η συμπόνια». Μπορεί το έργο των ποιητών να περιέχει αλληλεγγύη και να βοηθά τα βάσανα των ανθρώπων;


Αν δεν είναι αλληλέγγυα η ποίηση τότε δεν ξέρω ποιος είναι ο σκοπός της. Γράφουμε για να συνδεθούμε, να πιάσουμε τον άλλον από το χέρι και να πούμε «ξέρεις τι, εγώ καταλαβαίνω». Ή, τουλάχιστον, εγώ για αυτό γράφω. Η ζωή έχει γίνει πλέον δυσβάσταχτη. Είμαστε όλοι πολύ φοβισμένοι και δυστυχώς ένα ποίημα ή ένα τραγούδι δεν μπορούν να το αλλάξουν αυτό. Μπορούν όμως για ένα δυο λεπτά να μας κάνουν να νιώσουμε πως δεν είμαστε τόσο μόνοι. Είναι και αυτό μία παρηγοριά.

Γράφετε: «Όταν χωρίζουν οι εραστές/παίρνουν κομμάτια ο ένας του άλλου,/ έτσι που στο τέλος γίνονται/μωσαϊκά...». Γιατί η ποίηση είναι βαθιά ερωτική και συναισθηματική;


Γιατί είναι κάτι με το οποίο όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε. Ποιος δεν έχει ερωτευτεί; Ποιος δεν έχει βρει κομμάτια του μέσα σε έναν άλλον άνθρωπο, δεν έχει πονέσει για κάτι που δεν λειτούργησε; Ο έρωτας και η απώλειά του είναι μια εμπειρία οικουμενική. Φοβόμαστε πολύ να παραδεχτούμε, τόσο προσωπικά όσο και κοινωνικά, ότι έχουμε ανάγκη την σύνδεση. Φοβόμαστε την τρυφερότητα, ζητάμε από τον διπλανό μας να μας δει ή να μας αποδεχτεί και όταν πάει να το κάνει το βάζουμε στα πόδια. Ίσως είναι, λοιπόν, κάπως γοητευτικό ή λυτρωτικό, να διαβάζουμε ένα ποίημα που τα αρθρώνει όλα αυτά. Που λέει καθαρά «ναι, εγώ σε θέλω. Μου λείπεις». Ο κόσμος δεν το κάνει πια αυτό.

Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες ποίηση;


Νομίζω ότι σήμερα δεν διαβάζουμε βιβλία γενικώς. Δεν είναι εγχώριο το ζήτημα. Είναι τέτοια τα ερεθίσματα, ο ρυθμός της καθημερινότητας και η ταχύτητα των πληροφοριών που ο κόσμος προτιμάει να περνάει την ώρα του κάνοντας κάτι εύκολο και αυτοματοποιημένο. Δεν θέλουμε ή δεν έχουμε τα κουράγια να σκεφτόμαστε. Αυτό έχει, φυσικά, και τις συνέπειές του.

Πολλοί νέοι γράφουν ποίηση. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι στίχοι τους. Παλαιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους ποιητική συλλογή. Σήμερα ανεβάζουν τα ποιήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την ποίηση;


Η ποίηση έχει ανάγκη να επιβιώνει και να ανθίζει, ειδικά σε τόσο δύσκολους καιρούς. Αν το διαδίκτυο βοηθάει να φτάσει η δουλειά μας στο αναγνωστικό κοινό αυτό είναι ευτύχημα. Οι όροι με τους οποίους συμβαίνει είναι βαθιά προσωπικοί. Η πολυφωνία που επιφέρει η άνεση του διαδικτύου μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Το ίδιο όμως συμβαίνει και εκδοτικά. Βγαίνουν περίπου χίλιες συλλογές τον χρόνο. Πώς θα διαβαστούν όλες αυτές; Χρειάζεται μέτρο υποθέτω, δεν είμαι εγώ όμως κατάλληλη να απαντήσω πώς αυτό το μέτρο θα βρεθεί. Χρειάζεται και χρόνος. Ένα ποίημα που έχει κάτι να πει θα βρει τον δρόμο του.

Κατά πόσο η έκδοση ενός βιβλίου εξακολουθεί να είναι η ασφαλέστερη οδός;


Μπορούμε να μιλάμε για ασφάλεια όταν μιλάμε για τέχνη; Αφενός όταν γράφει κάποιος εκτίθεται: ένα κομμάτι του είναι ευάλωτο απέναντί στον άλλον. Αφετέρου το πιο σημαντικό πράγμα, στην εποχή μας, είναι να είναι κανείς χρήσιμος στην αγορά εργασίας. Η τέχνη δεν προσφέρει και πολλά στο παρόν χρηματοοικονομικό σύστημα. Οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονται ως χομπίστες και καλούνται να καλύψουν μόνοι ή σχεδόν μόνοι την προσπάθειά τους οικονομικά. Άρα, παίρνουν ένα ρίσκο. Η έκδοση ενός βιβλίου είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος να επικοινωνήσει κανείς την δουλειά του. Είναι και μια επένδυση η οποία μπορεί, με καθαρά κυνικούς όρους, να μην αποδώσει. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο έχει ο καθένας την δυνατότητα και την ευκαιρία να βγάλει ένα βιβλίο είναι κάτι που θα έπρεπε να μας απασχολεί.

Ποια είναι η ανταπόκριση των αναγνωστών στις εκδόσεις των ποιητικών σας συλλογών;


Υπάρχει κόσμος που συνδέεται με αυτά που γράφω και αυτό είναι το πιο όμορφο και το πιο ουσιαστικό για μένα. Να γίνεται το κοινό βίωμα τόπος συνάντησης.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ