Νέο ΠΜΣ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: «Διεθνείς Πολιτικές Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού, Επικοινωνία και Ηγεσία»
Ευχαριστήριο Τράπεζας Τροφίμων «ΚΑΤΑΦΥΓΗ»
Εκλογές για νέα Διοίκηση στον Ε.Ε.Σ.
Ανησυχία για τον υπεραιωνόβιο πλάτανο στο Γεφύρι της Άρτας
Κόνιτσα: Σύλληψη για εγκατάλειψη τόπου τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημιές
Προσαύξηση συντάξεων και για παλαιούς συνταξιούχους με δύο ταμεία – Οδηγίες από το Υπουργείο περιμένει ο ΕΦΚΑ
Γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)
Η Βυζαντινή Εβδομάδα 2026, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις τοπικών φορέων που συμμετέχουν στη διοργάνωσή της, «αποτελεί έναν θεσμό αφιερωμένο στη θρησκευτική μουσική, την πολιτιστική παράδοση και το κατανυκτικό πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Μέσα από ένα πλούσιο πρόγραμμα εκδηλώσεων, συναυλιών, εθίμων και καλλιτεχνικών δράσεων, η πόλη της Άρτας μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο έκφρασης και σύνδεσης της πίστης με την τέχνη.
Καλλιτέχνες, χορωδίες και φορείς απ΄ όλη την Ελλάδα συμμετέχουν, προσφέροντας στο κοινό μια μοναδική εμπειρία που αναδεικνύει τη διαχρονική αξία της βυζαντινής και παραδοσιακής κληρονομιάς».
(Το πρόγραμμα δημοσιεύτηκε και στο link: εδώ).
Η χρήση του όρου «Βυζαντινή Εβδομάδα» είναι, τουλάχιστον, παραπλανητική, όταν το πρόγραμμα κατακλύζεται από έργα δυτικής θρησκευτικής μουσικής (Pergolesi, Handel, Mozart, Schubert).
Το πρόγραμμα ξεκινά πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα (2/4) και τελειώνει μετά το Πάσχα (13/4). Αυτό δείχνει ότι οι διοργανωτές αγνοούν ή περιφρονούν το εκκλησιαστικό ημερολόγιο. Η Μεγάλη Εβδομάδα έχει συγκεκριμένο τυπικό, συγκεκριμένες ακολουθίες, συγκεκριμένη νηστεία — δεν είναι «περίοδος εκδηλώσεων» που μπορεί να επεκταθεί ή να συρρικνωθεί ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των χορωδιών. Το κείμενο του προγράμματος αναφέρει ότι η εβδομάδα είναι «αφιερωμένη στη θρησκευτική μουσική, την πολιτιστική παράδοση και το κατανυκτικό πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας». Αυτή η φράση είναι υποκρισία: το κατανυκτικό πνεύμα δεν είναι «θέμα» που μπορεί να συνδυαστεί με «πολιτιστική παράδοση». Είναι κατάσταση ψυχής που απαιτεί άσκηση, όχι «εμπειρία».
Το πρόγραμμα προσφέρει ψυχαγωγία (;;;) με θρησκευτικό άρωμα, όχι κατάνυξη. Οι «μοναδικές εμπειρίες» που υπόσχεται είναι εμπορικό προϊόν, όχι χάρισμα Θεού.
Οι ιεροί ναοί μετατρέπονται σε αίθουσες συναυλιών. Η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται φεστιβάλ πολιτιστικού τουρισμού. Και ο λαός; Ο λαός ΚΑΘΕΥΔΕΙ και ΡΕΓΧΕΙ. Ή ακόμη χειρότερα: συμμετέχει στην προδοσία επικαλούμενος μια παθολογική προσήλωση στην «παράδοση».
Έτσι, ενώ η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί για την Ορθόδοξη Εκκλησία την κορύφωση του μυστηρίου της Σωτηρίας, τη συμμετοχή στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, το πρόγραμμα των εκδηλώσεων στην Άρτα φαίνεται να αντιμετωπίζει το Θείο Δράμα ως ένα γραφικό «φόντο» για φεστιβάλ, συναυλίες και τουριστικά αξιοθέατα.
Στο πρόγραμμα που δημοσιοποιήθηκε μεταξύ των άλλων αναφέρει και την πραγματοποίηση συναυλιών ευρωπαϊκής μουσικής εντός των Ιερών Ναών του Αγίου Δημητρίου και του Οσίου Μαξίμου του Γραικού. Η πρακτική αυτή είναι ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ, όπως αποδεικνύεται περίτρανα και από την Ορθόδοξη θεολογία για τον ιερό ναό.
Η πατερική θεολογία προσεγγίζει το ζήτημα της ιερότητας του ναού με βαθύτατο σεβασμό και σαφή διαχωρισμό μεταξύ του «εκτός» και του «εντός» του ιερού χώρου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τον ναό ως «εικόνα του ουρανού» (κατά τον Μάξιμο Ομολογητή) και ως τόπο, όπου η επίγεια λατρεία ενώνεται με την αγγελική δοξολογία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις ομιλίες του για τον Ναό, τονίζει ότι ο χώρος αυτός είναι «αφιερωμένος» (καθιερωμένος), δηλαδή ξεκομμένος από την κοινή χρήση και αφοσιωμένος αποκλειστικά στη λατρεία του Θεού. Η μετατροπή του ναού σε χώρο ψυχαγωγίας έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτή την ορθόδοξη θεολογία καθώς συγχέει το ιερό με το βέβηλο, την προσευχή με την επίδειξη.
Ο Μέγας Βασίλειος, στα έργα του περί του Αγίου Πνεύματος, αναφέρεται στη σημασία του «τόπου» στη λατρεία, όχι ως μαγικής τοποθεσίας, αλλά ως σημείου συνάντησης του ανθρώπου με το θείο, που απαιτεί κατάλληλη προετοιμασία πνεύματος και σώματος. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μιλά για τον ναό ως χώρο, όπου «η γη γίνεται ουρανός», υπογραμμίζοντας τη μεταμόρφωση του χώρου μέσω της λατρείας, όχι μέσω της τεχνολογίας ή της ψυχαγωγίας.
Η πατερική παράδοση, επίσης, διακρίνει μεταξύ «χρήσης» και «κατάχρησης». Η ορθή χρήση του ναού είναι η τέλεση μυστηρίων, η προσευχή, η διδασκαλία της πίστης. Η μετατροπή του σε συναυλιακό χώρο συνιστά κατάχρηση, που οδηγεί σε πνευματική σύγχυση και υποβάθμιση της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, στο έργο του «Περί της εν Χριστώ ζωής», τονίζει ότι η λατρεία δεν είναι «θέαμα» για παθητικούς θεατές, αλλά ενεργή συμμετοχή του λαού του Θεού, κάτι που ακυρώνεται, όταν ο ναός μετατρέπεται σε ΣΥΝΑΥΛΙΑΚΟ ΧΩΡΟ.
Ο Άγιος Δημήτριος είναι Ομολογητής του Χριστού κατά την ακριβή έννοια του όρου. Προτίμησε τον θάνατο από την άρνηση της πίστεως. Το μήνυμά του είναι σαφές: αντίσταση στον κόσμο, πίστη μέχρι θανάτου, μαρτυρία ενώπιον των ασεβών.
Στις 3 Απριλίου 2026, ο ιερός ναός του Αγίου Δημητρίου μετατράπηκε σε αίθουσα συναυλιών. Χορωδίες από την Κοζάνη, τη Θεσσαλονίκη και την Άρτα ερμήνευσαν έργα δυτικής πολυφωνικής μουσικής μέσα στον ναό.
Αυτό δεν είναι απλή ασέβεια. Είναι λειτουργική παραχάραξη και ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ. Ο ναός, που είναι «εικόνα του ουρανού» κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, μετατράπηκε σε θέατρο.
Ο Άγιος Δημήτριος μαρτύρησε, για να μην προσκυνήσει τα είδωλα. Σήμερα, στον ίδιο του τον ναό, προσκυνάμε το είδωλο του «πολιτισμού» και της «τέχνης». Ο άγιος αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την ΕΚΚΟΣΜΊΚΕΥΣΗ. Εμείς συμβιβάζουμε τον ναό του με τον κόσμο, μετατρέποντάς τον σε χώρο ψυχαγωγίας.
Η Εκκλησία διδάσκει ότι ο ναός είναι «αφιερωμένος», ξεκομμένος από την κοινή χρήση (Ιωάννης Χρυσόστομος). Είναι ο τόπος, όπου «η γη γίνεται ουρανός» (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος). Η μετατροπή του σε συναυλιακό χώρο συνιστά χωρική βλασφημία και πνευματική προδοσία.
Το χειρότερο: η βλασφημία γίνεται ασυστόλως — απροκάλυπτα, χωρίς ενδοιασμό, με την άδεια (αν όχι την ευλογία) των εκκλησιαστικών υπευθύνων. Ο Άγιος Δημήτριος βλασφημείται όχι από εχθρούς, αλλά από τους θεωρούμενους φύλακες της πίστεως. Αυτή είναι η απόλυτη βλασφημία: η προδοσία του φίλου. Ιστορικά, η Οσία Θεοδώρα, ως μέλος της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΟΚΟΜΗΝΟΔΟΥΚΑΔΩΝ και κτιτόρισσα ναών, γνώριζε και τιμούσε ιδιαίτερα τον Άγιο Δημήτριο. Ο σεβασμός της δεν ήταν τυπικός, αλλά βίωμα ορθόδοξης ευσεβείας.
Στις 9 Απριλίου 2026, Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα του Σταυρού και του πένθους, διοργανώνεται στην αυλή του ναού της Αγίας Θεοδώρας το «έθιμο της μεγάλης φωτιάς». Μια γιορτή με φωτιές, στη διάρκεια της ημέρα, κατά την οποία ολόκληρη η Εκκλησία σιωπά μπροστά στο Πάθος του Κυρίου.
Αυτό παρουσιάζεται ως «παράδοση». Είναι καταγεγραμμένο στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ο λαός το δέχεται ως φυσιολογικό, ΕΝΏ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΒΡΑΪΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ για την αντιμετώπιση του κρύου, όταν ο Χριστός ήταν στον Πιλάτο. Η επιβίωση του εθίμου αυτού μέχρι σήμερα, και ειδικά η επίσημη αναγνώρισή του από το Υπουργείο Πολιτισμού τον Δεκέμβριο του 2025, οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους που άπτονται αυτής της «συνάντησης» παγανισμού και χριστιανισμού:
1. Η χριστιανική παράδοση λειτούργησε ως το "όχημα" που επέτρεψε σε μια αρχέγονη συνήθεια (το ομαδικό άναμμα φωτιάς) να επιβιώσει. Στις αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, η φωτιά δεν ήταν μόνο πηγή φωτός αλλά και μέσο κάθαρσης (εξαγνισμού) από το κακό και τις ασθένειες. Το άναμμα μεγάλων πυρών σε κομβικές ημερομηνίες (όπως οι ισημερίες ή τα ηλιοστάσια) αποσκοπούσε στο να διώξει το «σκοτάδι» και τις αρνητικές δυνάμεις. Ωστόσο, η πρακτική του ανάμματος μιας τεράστιας πυράς σε δημόσιο χώρο με τη συμμετοχή όλης της κοινότητας είναι μια μορφή «τελετουργικής πυράς» που συναντάται σε πολλές αρχαίες θρησκείες. Πολλά πασχαλινά έθιμα που περιλαμβάνουν φωτιά θεωρούνται από λαογράφους ως μετεξελίξεις αρχαίων εθίμων για τον ερχομό της Άνοιξης. Η φωτιά συμβολίζει τη νίκη του φωτός (Άνοιξη/Ανάσταση) πάνω στο σκοτάδι (Χειμώνας/Θάνατος).
2. Η φωτιά παραμένει το ισχυρότερο σύμβολο κοινότητας. Όπως οι παγανιστικές φυλές συγκεντρώνονταν γύρω από την πυρά για να νιώσουν ασφάλεια και ενότητα, έτσι και οι ενορίτες της Αγίας Θεοδώρας στην Άρτα ενισχύουν τους κοινωνικούς τους δεσμούς μέσα από μια διαδικασία που υπερβαίνει το καθαρά θρησκευτικό τυπικό.
Αλλά τι σχέση έχει η φωτιά και με το Πάθος του Κυρίου; Η Μεγάλη Πέμπτη είναι ημέρα σιωπής, πένθους, κατανύξεως. Η μετατροπή της σε πανηγύρι με φωτιές είναι λαϊκισμός, όχι παράδοση. Η Οσία Θεοδώρα έκτιζε ναούς, για να προσεύχεται. Εμείς μετατρέπουμε τους ναούς σε χώρους γιορτών. Εκείνη ζούσε τη Μεγάλη Εβδομάδα ως «μικρή Σαρακοστή». Εμείς τη ζούμε ως φεστιβάλ με φωτιές. Εκείνη σεβόταν τον Άγιο Δημήτριο ως μάρτυρα. Εμείς βεβηλώνουμε τον ναό του ως θεατές.
Αυτό δεν είναι παράδοση. Είναι προδοσία της παράδοσης, που εκπροσωπούν η Οσία Θεοδώρα και ο Άγιος Δημήτριος μαζί.
Ο Όσιος Μάξιμος ο Γραικός ενσαρκώνει το ησυχαστικό πνεύμα της Ορθοδοξίας. Ήταν άνθρωπος της ησυχίας, της νοεράς προσευχής, της καρδιακής μετάνοιας. Το πνεύμα του είναι πνεύμα ερήμου, απομόνωσης από τον κόσμο, σιωπής ενώπιον του απροσίτου Θεού.
Στις 4 Απριλίου 2026, το πρωί στις 8:00, πολυφωνική χορωδία από τη Θεσσαλονίκη συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία στον ναό του Οσίου Μαξίμου. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο ίδιος ναός μετατράπηκε σε αίθουσα συναυλιών.
Η Ορθόδοξη λατρεία δεν γνωρίζει «συμμετοχή χορωδιών». Γνωρίζει ψαλτήριο, εκκλησιαστικό μέλος, οκταφωνικό ήχο. Η παρουσία πολυφωνικής χορωδίας στη λειτουργία δεν είναι ενορχήστρωση. Είναι λειτουργική παραχάραξη. Είναι η αντικατάσταση της καρδιακής προσευχής με την τεχνική επίδειξη, της ησυχίας με τον πολυφωνικό θόρυβο.
Ο όσιος Μάξιμος αναζητούσε τη σιωπή, για να ακούσει τον Θεό. Σήμερα, στον ναό του η πολυφωνία απαγορεύει ακόμα και την ακρόαση. Ο όσιος έφευγε από τον κόσμο, για να βρει τον εαυτό του εν Χριστώ. Εμείς φέρνουμε τον κόσμο μέσα στον ναό του.
Αυτό δεν είναι, απλώς, ασυμβίβαστο με τη μνήμη του οσίου. Είναι χλεύη της ησυχαστικής παραδόσεως. Είναι η μετατροπή του «εντός» σε «εκτός», του «άνω» σε «κάτω», της προσευχής σε θέαμα.
Πού είναι ο λαός της Άρτας; Ο λαός, που κληρονόμησε την παράδοση των Αγγελοκομνηνοδουκάδων, που μεγάλωσε ΣΤΗΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΠΟΛΗ της Παναγίας της Παρηγορήτισσας, πού είναι;;; Δυστυχώς, αυτός ο λαός της Άρτας έπαυσε να είναι θεματοφύλακας της πίστεως και με τη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις αυτές ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. Αντί να αντισταθεί, αποτελεί το κοινό του θεάματος.
Πώς; Επικαλούμενος μια παθολογική προσήλωση στην «παράδοση». Το έθιμο της «μεγάλης φωτιάς» παρουσιάζεται ως «παραδοσιακό». Ο λαός το αποδέχεται, όχι ως βεβήλωση της Μεγάλης Πέμπτης, αλλά ως «έθιμο». Αλλά όχι, δεν είναι παράδοση. Είναι προδοσία της παράδοσης. Είναι η μετατροπή της Άρτας των Αγγελοκομνηνοδουκάδων σε θεματικό πάρκο πολιτιστικού τουρισμού.
Ακόμα κι αν το Stabat Mater(=«Η Μάνα που πονάει») του Pergolesi μεταφέρθηκε στην Αίθουσα του Συλλόγου «Μακρυγιάννης» (2/4/2026), η ανοχή παραμένει σκανδαλώδης. Ο τίτλος «Βυζαντινή Εβδομάδα» που περιλαμβάνει ρωμαιοκαθολικό ύμνο είναι παραπλανητικός και θεολογικά επικίνδυνος.
Το Stabat Mater αναπτύσσει την έννοια της compassio Mariae, της «συμπάθειας» της Θεοτόκου. Στην Ορθοδοξία, η Θεοτόκος είναι «πρεσβεύουσα», όχι «πηγή αγάπης που χορηγεί το πένθος». Το συναίσθημα είναι χαροποιό, η χαρμολύπη. Όχι θλιμμένο κλάμα, όχι μελαγχολία.
Με μια σύντομη κριτική του ύμνου διαπιστώνουμε ότι στο Stabat Mater εντοπίζονται σημαντικές δογματικές και πνευματικές διαφοροποιήσεις που αντανακλούν το χάσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής χριστιανοσύνης.
Στην Ορθοδοξία, η Παναγία κάτω από τον Σταυρό δεν είναι, απλώς, μια θρηνούσα μητέρα, αλλά η Θεοτόκος, η οποία, παρά τον ανθρώπινο πόνο της, διατηρεί τη γνώση της θεότητας του Υιού της. Το Stabat Mater επικεντρώνεται υπερβολικά στο ανθρώπινο συναίσθημα και τον ψυχολογικό πόνο , κάτι που στην Ανατολή θεωρείται, συχνά, ως «συναισθηματισμός», που μπορεί να επισκιάσει το μυστήριο της Ανάστασης.
Στη Δυτική παράδοση, ο πόνος της Μαρίας θεωρείται σχεδόν «συμπληρωματικός» στη θυσία του Χριστού, οδηγώντας στο δόγμα της Συλλυτρώτριας. Για την Ορθοδοξία, η λύτρωση είναι αποκλειστικό έργο του Θεανθρώπου. Η Παναγία συμμετέχει στον πόνο ως εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, αλλά δεν «συν-λυτρώνει» με την έννοια της προσθήκης αξίας στη θυσία του Χριστού, η οποία είναι ήδη άπειρη και τελεία.
Ω Μητέρα, πηγή της αγάπης, κάνε με να νιώσω τη δύναμη του πόνου σου, ώστε να θρηνήσω μαζί σου. Κάνε την καρδιά μου να φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό τον Θεό, ώστε να Του είμαι αρεστός. Αγία Μητέρα, σε παρακαλώ, κάρφωσε βαθιά στην καρδιά μου τις πληγές του Εσταυρωμένου. Μοιράσου μαζί μου τον πόνο του πληγωμένου Υιού σου, που καταδέχτηκε να υποφέρει τόσα για μένα.
Κάνε με να κλάψω ειλικρινά μαζί σου και να συμπάσχω με τον Εσταυρωμένο, για όσο θα ζω. Ποθώ να στέκομαι δίπλα σου στον Σταυρό και να ενώνομαι μαζί σου στον θρήνο. Παρθένα, η λαμπρότερη των παρθένων, μη με αποστραφείς, αλλά άφησέ με να θρηνήσω μαζί σου. Κάνε με να κουβαλώ τον θάνατο του Χριστού, να συμμετέχω στα Πάθη Του και να τιμώ τις άγιες πληγές Του.
Κάνε με να πληγωθώ από τις πληγές Του, να μεθύσω από τη χάρη του Σταυρού και του Αίματος του Υιού σου.
Ο ποιητής ζητά επίμονα από τη Μητέρα-Παναγία να «καρφώσει τις πληγές στην καρδιά» του πιστού και να τον κάνει να «μεθύσει από τον Σταυρό». Η Ορθόδοξη πνευματικότητα είναι πιο επιφυλακτική απέναντι σε τέτοιες μορφές προσευχής. Στην Ανατολή, η πνευματική ζωή επιδιώκει την «κάθαρση του νοός» και όχι την καλλιέργεια έντονων συναισθηματικών ή σωματικών αναπαραστάσεων των παθών (όπως τα στίγματα), καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη.
Τέλος, η Ορθόδοξη κριτική παρατηρεί ότι το Stabat Mater παραμένει πολλή ώρα στο σκοτάδι του Γολγοθά. Στην Ορθόδοξη υμνολογία, ακόμη και στον βαθύτερο θρήνο της Μεγάλης Παρασκευής, υπάρχει πάντα η «προσδοκία της Αναστάσεως». Η Θεοτόκος στον Ορθόδοξο ύμνο «βλέπει» πέρα από τον θάνατο. Αντίθετα, το Stabat Mater εστιάζει στη μελαγχολική και σχεδόν απεγνωσμένη πλευρά του πόνου, η οποία, αν και ανθρώπινη, στερείται κάποιες φορές εκείνης της «χαρμολύπης» που χαρακτηρίζει τη βυζαντινή λειτουργική ζωή.
Η Μεγάλη Τετάρτη (8/4/2026), που είναι μέρα αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε τον Χριστό με μύρο, μετατρέπεται σε «Πασχαλινή Συναυλία» με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Ιωαννιτών. Έργα Handel, Mozart, Bach, Schubert — κοσμική μουσική - την ημέρα, κατά την οποία ο Χριστός πορεύεται προς το Πάθος. Αυτή είναι εκκοσμίκευση, όχι πολιτισμός. Αυτή είναι ασέβεια, όχι τέχνη.
Είναι θεολογικά απαράδεκτο, η κορύφωση του Πένθους, όπως η Μεγάλη Τετάρτη και η Μεγάλη Πέμπτη, να πλαισιώνεται από «συμφωνικές ορχήστρες» και «εικαστικές εκθέσεις» με κοσμικό προσανατολισμό. Η Εκκλησία καλεί σε σιωπή, νηστεία και προσευχή, όχι σε «φεστιβάλ». Η διοργάνωση «μουσικών δρώμενων» αμέσως μετά τις ακολουθίες μετατρέπει τον ναό σε προθάλαμο θεάματος, ακυρώνοντας την ησυχαστική παράδοση της Ορθοδοξίας.
Το «Βάψιμο αυγών» στις 11:00 π.μ. της Μεγάλης Πέμπτης, οργανωμένο από τον Δήμο σε πέντε διαφορετικούς ναούς, μετατρέπει το μυστήριο της Ανάστασης (σύμβολο του οποίου είναι το κόκκινο αυγό) σε δημοτική δραστηριότητα. Το αυγό βάφεται στο σπίτι, στην οικογένεια, με προσευχή, όχι σε «δράσεις» με ώρα έναρξης και χορηγούς.
Η «Περιφορά Επιταφίων» της Μεγάλης Παρασκευής με συνοδεία φιλαρμονικής είναι εθνική ντροπή. Ο Επιτάφιος δεν είναι άρμα πομπής, αλλά η κλίνη του Χριστού, που περιφέρεται με κατάνυξη, σιωπή, κεριά και κωδωνοκρουσίες, όχι με μπάντες. Η φιλαρμονική του «Σκουφά», που συνοδεύει την περιφορά, μετατρέπει το πένθος της Εκκλησίας σε δημοτική γιορτή.
Η ομαδική έκθεση «Ύμνος εις την Ἐλευθερίαν» στη Δημοτική Πινακοθήκη «Γιάννης Μόραλης» προκαλεί αιρετική σύγχυση. Ο Σολωμός έγραψε τον ύμνο για την εθνική παλιγγενεσία, όχι για την Ανάσταση του Χριστού. Η σύνδεση του Πάσχα με την «ελευθερία» ως πολιτική έννοια υποβαθμίζει τη σωτηρία σε εθνικιστικό ιδεολόγημα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του προγράμματος είναι η πλήρης απουσία εκκλησιαστικής αντίδρασης. Οι ναοί παραχωρούνται, οι ακολουθίες «συνδυάζονται» με εκδηλώσεις, οι πιστοί καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην προσευχή και στο «θέαμα».
Αυτό σημαίνει είτε ότι η τοπική Εκκλησία έχει συνθηκολογήσει με τον πολιτισμικό εκδημοκρατισμό, είτε ότι έχει απωλέσει την πνευματική της αυθεντία να ορίζει το πώς χρησιμοποιούνται οι ναοί της.
Η λεγόμενη «Βυζαντινή Εβδομάδα» 2026 δεν συνιστά, απλώς, μια πολιτισμική αστοχία, αλλά ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΦΡΑΣΗ μιας βαθιάς πνευματικής αλλοτρίωσης. Είναι η οδυνηρή κορύφωση μιας εκκοσμίκευσης που τολμά να μεταποιεί το «Μικρό Πάσχα» (=Μεγάλη Εβδομάδα) από μυστήριο σωτηρίας σε ευτελές καταναλωτικό προϊόν και αισθητικό θέαμα.
Η ευθύνη γι’ αυτή την πνευματική διολίσθηση είναι συγκεκριμένη και βαρύτατη.
Οι εκκλησιαστικοί, επιφορτισμένοι με τη φύλαξη των «ορίων α έθεντο οι Πατέρες ημών», διολισθαίνουν στην ιεροσυλία. Η μετατροπή των ιερών ναών, του τόπου όπου κατοικεί η Δόξα του Κυρίου, σε κοσμικά ακροατήρια και η εισαγωγή της δυτικότροπης πολυφωνικής καινοτομίας, συνιστούν νόθευση του λειτουργικού ήθους και προσβολή της ορθοδόξου υμνολογίας. Παράλληλα, η ανοχή σε ειδωλολατρικά κατάλοιπα, όπως το έθιμο της «μεγάλης φωτιάς», αποτελεί πνευματική μοιχεία. Η σιωπή των ποιμένων ενώπιον αυτής της αλλοίωσης δεν είναι πλέον άκρα ταπείνωση, αλλά ένοχη συγκατάβαση στην αποϊεροποίηση του θυσιαστηρίου.
Την ίδια στιγμή, ο λαός της Άρτας, από Βασίλειον Ιεράτευμα και φύλακας της Ορθοδόξου Ομολογίας, μεταβάλλεται σε παθητικό θεατή, αποδεχόμενος την προδοσία υπό το πρόσχημα μιας διαστρεβλωμένης «παραδόσεως». Η Άρτα των Αγγελοκομνηνοδουκάδων δεν έχει ανάγκη από κοσμικά φεστιβάλ, αλλά από πνευματική αντίσταση. Απαιτείται λαός κατηχημένος ιστορικά και εκκλησιαστικά, που θα εννοήσει ότι η αληθινή Παράδοση δεν εντοπίζεται στις πυρές των εθίμων, αλλά στη βιωματική μετοχή στο Εγκώμιο του Επιταφίου.
Χρειάζονται εκκλησιαστικοί ηγήτορες που θα φυλάξουν τις πύλες των ναών ως πνευματικά οχυρά και όχι ως αίθουσες παραχωρούμενες σε χορωδίες. Διαφορετικά , η πόλη θα αποξενωθεί οριστικά από την πνευματική της ρίζα και θα παραμείνει μια «Άρτα του Pergolesi», έχοντας απεμπολήσει την ευλογία της Οσίας Θεοδώρας, τη θεολογική σοφία του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και την ομολογιακή ισχύ του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Η κληρονομιά μας δεν είναι θέαμα προς κατανάλωση, αλλά μαρτύριο και μαρτυρία.
Η φράση του Ισοκράτη «η πόλις άλλοις, εγώ δε την ψυχήν λογιούμαι» δηλ. «ας φροντίσουν την πόλη οι άλλοι, εγώ θα κοιτάξω μόνο την ψυχή μου» αποτυπώνει ανάγλυφα τη στάση πολλών σύγχρονων Αρτινών, οι οποίοι επιλέγουν να απέχουν από τα κοινά και να ιδιωτεύουν. Αυτή η νοοτροπία, αν και παρουσιάζεται ως «πνευματική», στην πραγματικότητα αποτελεί μια μορφή αλλοτρίωσης. Σε μια εποχή, όπου η δημόσια ζωή της Άρτας, η πολιτική και η κοινωνική συμβίωση έχουν παραδοθεί στην ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, η εμμονή στο «εγώ» αντί για το «εμείς» θυμίζει περισσότερο μια ξένη, ατομικιστική πρακτική παρά την ορθόδοξη παράδοση της αλληλεγγύης.
H επιλογή του «εγώ δε την ψυχήν λογιούμαι» ηχεί περισσότερο ως ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΩΡΟ.
Στην πραγματικότητα, η φροντίδα για τη ψυχή δεν θα έπρεπε να οδηγεί στην απομόνωση, αλλά στην προσφορά. Σήμερα, όμως, βλέπουμε την πνευματικότητα να «πουλιέται» σε φεστιβάλ και εκδηλώσεις, όπου το ιερό μετατρέπεται σε απλό θέαμα και η παράδοση σε φολκλόρ για κατανάλωση. Η ψυχή του σύγχρονου πολίτη, αντί να είναι ο οδηγός για μια καλύτερη πόλη, καταλήγει εμπόρευμα στο παζάρι των αισθήσεων και της εφήμερης διασκέδασης.
Μέσα σε αυτή την πνευματική ξηρασία, οι τοπικοί Άγιοι της Άρτας παραμένουν σιωπηλοί μάρτυρες. Το «σιωπηλό δάκρυ» τους εκφράζει τη λύπη τους για τον άνθρωπο που αδιαφορεί για τον διπλανό του και την πόλη του. Κλαίνε, γιατί η Άρτα, που κάποτε αγιάστηκε από τον δικό τους αγώνα, σήμερα λησμονεί τον βαθύτερο προορισμό της, προτιμώντας τα λαμπερά φώτα των γιορτών από την ουσιαστική εσωτερική αλλαγή. Η σιωπή τους είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στη ρηχότητα της εποχής μας, μια υπενθύμιση, πως, αν οι πολίτες συνεχίσουν να αδιαφορούν, η πόλη θα παραμένει ένα άδειο κέλυφος χωρίς αληθινή ζωή.
